Βιβλιοκριτική – Misa Hayase: White Reminiscences

The cover of the novel being reviewed here, “Misa Hayase: White Reminiscences”. The Japanese title, in kanji, reads “早瀬未沙 白い追憶”, romanized as Hayase Misa: Shiroi Tsuioku. On a green woven background, it features a watercolor painting that shows the protagonist, a long-haired light brown-haired teenage girl, wearing a Japanese school uniform and putting on her jacket.

Μέρος της «επιστροφής» μου στην όχι και τόσο διεξοδικά συζητημένη στη Δύση σειρά anime Super Dimension Fortress Macross (SDFM ή Macross χάριν συντομίας) αποτελεί η ενδελεχής εξέταση του συνοδευτικού υλικού της – προσαρμογές σε manga, μυθιστοριογραφήσεις (novelizations), δευτερεύουσες ιστορίες (side stories), «ελαφρά μυθιστορήματα» (light novels), ηχητικά δράματα (audio dramas), κ.ο.κ. Ακολουθώντας την πάγια πρακτική μου, θα εξετάζω αυτό το υλικό κριτικά, χωρίς την ωραιοποίηση που προκαλείται συχνά από τη νοσταλγία ή την τυφλή αφοσίωση που συχνά χαρακτηρίζει τους otaku. Επιπλέον, δεν θεωρώ «αλάθητους» τους δημιουργούς των αγαπημένων μας παραγωγών. Έτσι, αυτή την προσέγγιση θα την εφαρμόζω και σε ό,τι βλέπουμε στη μικρή ή στη μεγάλη οθόνη – είτε πρόκειται για την αρχική σειρά, είτε για την κινηματογραφική μεταφορά (Macross: Do You Remember Love? ή DYRL?), είτε για το OVA Flash Back 2012 (FB2012).

Σ’ αυτό το πρώτο βήμα του «προσκυνήματός» μου για το Macross, εξετάζω το μυθιστόρημα Misa Hayase: White Reminiscences [Hayase Misa: Shiroi Tsuioku 早瀬未沙 白い追憶], που ο Gubaba με πολύ κόπο και με μεγάλη γενναιοδωρία προς την κοινότητα μετέφρασε στα Αγγλικά για το δυτικό κοινό, δίνοντάς του έτσι επιτέλους ουσιώδη πρόσβαση σ’ αυτό το υλικό. Μπορείτε να διαβάσετε το μεταφρασμένο μυθιστόρημα εδώ (επίσης βρίσκεται αρχειοθετημένο εδώ). Το μυθιστόρημα είναι έκτος έκδοσης εδώ και πολλά χρόνια και, ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να το βρει μόνο στη δευτερογενή αγορά. Φυσικά, δεν υπάρχει επίσημη μετάφρασή του στα Αγγλικά, στα Γαλλικά ή σε οποιαδήποτε δυτική γλώσσα.

Αυτού του είδους το συνοδευτικό υλικό θα το βαθμολογώ σε δυο κριτήρια: το πρώτο είναι η καλλιτεχνική (λογοτεχνική, μουσική, κ.λπ.) αξία του. Το δεύτερο είναι η τεκμηριωτική του αξία, δηλαδή πόσο καλά «δένει» με το υπάρχον υλικό και πόσο καλά λειτουργεί ως πηγή πληροφοριών για το γενικότερο πλαίσιο και το υπόβαθρο της πλοκής και των χαρακτήρων.

Continue reading

Εξαγορά της Fender από τη CBS το 1965: Μερικά σύντομα διδάγματα

Πάντα είμαι πολύ επιφυλακτικός όταν ακούω για εξαγορές διαφόρων εταιρειών από μεγαλύτερες. Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, όσα κι αν ξοδέψει η μεγάλη εταιρεία για την εξαγορά ή τη συνένωση (merger), τίθενται ορισμένα πολύ σημαντικά ερωτήματα που αφορούν το μέλλον της μικρότερης εταιρείας ή του εταιρικού σχήματος που θα προκύψει μετά τη συνένωση:

Κατ’αρχάς, η εταιρεία που προβαίνει στην εξαγορά έχει σχέση με το αντικείμενο της εταιρείας που εξαγόρασε; Δεύτερον, η εταιρεία που προβαίνει στην εξαγορά τι ακριβώς θέλει να πετύχει; Και εξηγώ:

Υπάρχουν εταιρείες που αγοράζουν άλλες μόνο και μόνο για ν’αποκτήσουν τις πατέντες τους και να τις έχουν ως νομικά όπλα κατά των (δυνητικών) ανταγωνιστών τους ή/και για να χρησιμοποιήσουν αυτές τις πατέντες σε δικά τους προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτό έγινε, φερ’ειπείν, όταν η Sony εξαγόρασε την OnLive και την έκλεισε. Ή όταν η Yahoo! εξαγόρασε και έκλεισε την υπηρεσία εικονικών κόσμων Cloud Party. Σε πολύ χειρότερο βαθμό έγινε αυτό από τον Martin Shkreli που, πιστός στα ασυνάρτητα κελεύσματα της ψυχοπαθούς συγγραφέως και “φιλοσόφου” Ayn Rand, αποφάσισε να προβεί σε υπέρμετρη και προκλητική αισχροκέρδεια στο χώρο του φαρμάκου.

Το 1965, ο Leo Fender πούλησε την εταιρεία του, τη Fender Electric Instrument Company (νυν Fender Musical Instruments Corporation) στο ραδιοφωνικό, τηλεοπτικό και δισκογραφικό κολοσσό CBS, αντί του αστρονομικού για την εποχή ποσού των 13 εκατομμυρίων δολαρίων. Η εξαγορά έτυχε ευνοϊκής υποδοχής, καθώς υπήρξε προσδοκία για μαζική εισροή χρημάτων στα ταμεία της Fender, χρήματα τα οποία ήλπιζαν οι παράγοντες της Fender ότι θα επενδύονταν στην εξέλιξη νέων προϊόντων.

Όντως, υπήρξε εξέλιξη νέων προϊόντων, και όντως έπεσε χρήμα στην εταιρεία. Αλλά η Fender μολύνθηκε με παθογένειες των εταιρικών κολοσσών, ενώ κάποιες παθογένειες του μάρκετινγκ της ίδιας της εταιρείας απλώς δεν εξαλείφθηκαν. Έτσι, η υπόσχεση για εισροή κεφαλαίων προς τη Fender τηρήθηκε μεν, σπαταλήθηκε δε. Γιατί;

Οι εταιρικοί κολοσσοί που λογοδοτούν στα μετοχικά συμβούλια δε νοιάζονται πρωτίστως για το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα, αλλά για το τριμηνιαίο (quarterly) και το ετήσιο (αποτέλεσμα). Η προοπτική τους είναι συνήθως καθαρά βραχυπρόθεσμη και αποσκοπούν στο να αποσβέσουν την επένδυση το ταχύτερο δυνατόν, ώστε οι μέτοχοι να βγάλουν κέρδος τάχιστα. Έτσι, συχνά τέτοιου είδους εξαγορές οδηγούν σε περικοπές κόστους.

Οι περικοπές κόστους δεν είναι από μόνες τους κάτι κακό, και υπάρχουν κάποια κόστη που μπορούν να μειωθούν, χωρίς ζημία για το προϊόν ή/και τους εργαζομένους. Για παράδειγμα, μπορεί η εταιρεία να παραγγείλει μεγαλύτερες ποσότητες πρώτων υλών και εξαρτημάτων συγκεκριμένης ποιότητας και, χάρη στο αυξημένο μέγεθος της παραγγελίας, να πετύχει καλύτερες τιμές. Μπορεί κάποιος μηχανικός να βρει έναν τρόπο για να βελτιώσει την αξιοπιστία ενός εξαρτήματος, ελαττώνοντας έτσι τις ζημιογόνες ανάγκες επισκευής ή αντικατάστασης εντός εγγύησης.

Από την άλλη, υπάρχουν και ζημιογόνες περικοπές κόστους. Για παράδειγμα, οι μειώσεις μισθοδοσίας τις οποίες υφίσταται το παραγωγικό προσωπικό, δηλαδή το εργατικό δυναμικό, η χρήση ευτελέστερων ή ακατάλληλων υλικών, κ.α.

Το χειρότερο είναι ότι οι περικοπές κόστους στις οποίες προβαίνουν οι κολοσσοί που εξαγοράζουν μικρότερες εταιρείες συχνά συνοδεύονται από την εισβολή μιας αντιπαραγωγικής και πανάκριβης γραφειοκρατίας. Αυτή η γραφειοκρατία αποτελείται από μεσαία-υψηλά διευθυντικά στελέχη, τα οποία αναλαμβάνουν ουσιαστικά μικροδιαχειριστικά καθήκοντα και καθήκοντα καθημερινού ελέγχου των εργαζομένων που έχουν πια υποβαθμιστεί εργασιακά και, συνεπώς, έχουν ασθενέστερο κίνητρο για ποιοτική εργασία.

Εδώ αποκαλύπτεται και ένας παραλογισμός στον “εξορθολογισμό” που φέρνουν αυτές οι εξαγορές: Όταν κάθε δραστηριότητα της παραγωγικής διαδικασίας, από την προμήθεια πρώτων υλών μέχρι τον ποιοτικό έλεγχο, ανατίθεται σε ξεχωριστό αντιπρόεδρο, τότε όχι απλά αυξάνεται τελικά το μισθολογικό κόστος της εταιρείας (βασικός μισθός αντιπροέδρου και fringe benefits: ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό πακέτο, εταιρικό αυτοκίνητο, εταιρική κατοικία, επίδομα ενοικίου, δωρεάν εισιτήρια αερομεταφορών κ.ο.κ.), αλλά παρουσιάζονται κι άλλες παρενέργειες. Δημιουργούνται στεγανά ευθυνών και αρμοδιοτήτων λόγω των υπερβολικά λεπτομερών job descriptions· ενθαρρύνεται και μεταδίδεται οριζόντια και κάθετα η αδιαφορία για το συνολικό αποτέλεσμα· τέλος, καλλιεργείται ένα περιβάλλον οριζόντιας και κάθετης δυσπιστίας, διαπάλης, έλλειψης πνεύματος συνεργασίας για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων, και ίντριγκας.

Εδώ πρέπει να τονιστεί η νοοτροπία των αντιπροέδρων και των διευθυντικών στελεχών που έρχονται να διοικήσουν κάτι για το οποίο δεν έχουν ιδέα και δεν επιθυμούν να μάθουν, γιατί θεωρούν ότι οι πανάκριβες σπουδές τους σε διάσημα πανεπιστήμια είναι παραπάνω από αρκετές. Αυτά τα “φυτευτά” στελέχη επιδεικνύουν πλήρη περιφρόνηση προς τη γνώση και εμπειρία των υπαρχόντων σχεδιαστών και τεχνιτών. Επίσης, με τη θεώρηση που έχουν, επιβάλλουν αλλαγές που τελικά επιδεινώνουν το κλίμα μέσα στην εταιρεία και συχνά καταστρέφουν την ποιότητα και τη φήμη του προϊόντος.

Σε ό,τι αφορά το στρατηγικό μάρκετινγκ, το οποίο αφορά την περαιτέρω εξέλιξη υπαρχόντων προϊόντων, καθώς και την εξέλιξη νέων, η Fender επί CBS διατήρησε μια ψευδαίσθηση που είχε ήδη από το ξεκίνημά της. Σε πείσμα της καταναλωτικής πραγματικότητας που διαμόρφωναν η διάδοση των μουσικών ρευμάτων του rock’n’roll, της British Invasion, η άνοδος των εξηλεκτρισμένων blues με πρωτεργάτες τους Bluesbreakers του John Mayall, τους Cream και τους Fleetwood Mac επί Peter Green, αλλά και του rock (ψυχεδελικού και μη), η Fender παρέβλεπε την ευκαιρία που της δινόταν για απόκτηση κυρίαρχης θέσης στην αγορά αυτή και έτρεφε φρούδες ελπίδες για κατάκτηση μεριδίου στη φθίνουσα αγορά της jazz και των μεγάλων pop/easy listening ορχηστρών.

Παρέβλεψε έτσι, κατά μυστήριο τρόπο, την ευκαιρία που της δινόταν να εκμεταλλευθεί την επιρροή στο αγοραστικό κοινό κιθαριστών όπως ο Jimi Hendrix, o Buddy Holly, ο Syd Barrett, ο Jeff Beck, ο Hank Marvin, ο David Gilmour, ο Ritchie Blackmore, ο Rory Gallagher, o Ike Turner, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα κορυφαία της μοντέλα (Stratocaster και Telecaster). Αντίθετα, συνέχιζε να ματαιοπονεί με τη μάλλον προβληματική Jazzmaster και τη Jaguar, οι οποίες στόχευαν να ικανοποιήσουν τους jazz κιθαρίστες. Δεν είχε όμως ουσιαστική ανταπόκριση, γιατί αυτοί παρέμεναν εμμονικά πιστοί στο σχεδιαστικό συντηρητισμό εταιρειών όπως η Gibson, η D’Angelico κ.α. – αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δε θα δέχονταν εκείνα τα χρόνια να παίξουν κιθάρες με βιδωτό μανίκι κι ακόμα περιγελούσαν, όπως και το 1952, την Telecaster, αποκαλώντας την “κουπί” ή “σανίδι” κ.α. Τελικά αυτές οι δυο κιθάρες αγαπήθηκαν από τους surf κιθαρίστες και, πολύ αργότερα, αποτέλεσαν ως μεταχειρισμένες μια φτηνή λύση ανάγκης για indie, alternative, grunge και college rock κιθαρίστες που δεν είχαν τα λεφτά για μια Stratocaster.

Ένα εντελώς λάθος μοντέλο της Fender, η Starcaster. Φωτογραφία: Tasmer, από Wikipedia. Άδεια CC BY-SA 3.0

Ένα εντελώς λάθος μοντέλο της Fender, η Starcaster. Φωτογραφία: Tasmer, από Wikipedia. Άδεια χρήσης CC BY-SA 3.0. Kάντε κλικ στη φωτογραφία για προβολή πλήρους μεγέθους (ανοίγει σε ξεχωριστή καρτέλα ή παράθυρο).

Μάλιστα, σε μια ακόμα πιο εξωφρενική επίδειξη επιχειρηματικής ανοησίας, επιστράτευσε τον ικανότατο γερμανικής καταγωγής οργανοποιό Roger Rossmeisl της Rickenbacker που εξέλιξε για λογαριασμό της τις σκαφάτες StarcasterCoronadoLtd και Montego II, οι οποίες προσπαθούσαν να ανταγωνιστούν τις πανάκριβες χειροποίητες jazz κιθάρες, αλλά και τις σκαφάτες (hollow-body) Rickenbacker και Gibson. Ξόδευε λοιπόν χρήματα για να παράγει κιθάρες που δεν τις ήθελε κανένας, και, ακόμα χειρότερα, αυτές οι κιθάρες δε μπορούσαν να προβληθούν διαφημιστικά με χρήση κάποιου ινδάλματος. Ποιος νεαρός κιθαρίστας που σύχναζε στα underground κλαμπ του Λονδίνου όπου εμφανίζονταν οι Pink Floyd, που είχε πάει στο Woodstock το 1969 ή στο Isle of Wight Festival το 1970 θα ήθελε να μοιάσει στον Joe Pass ή στον Tal Farlow; Και ποιος νεαρός θα πειθόταν να αγοράσει μια κιθάρα, ανεξαρτήτως τιμής, που στόχευε στους ανώνυμους, αφανείς κιθαρίστες των μεγάλων ορχηστρών; Αυτοί είχαν συνδέσει άθελά τους την καριέρα τους με πράγματα που κανείς μαθητευόμενος κιθαρίστας δε θα ήθελε: Με μουσική για σούπερ μάρκετ σαν του Paul Mauriat· με crooners όπως ο Perry Como, ο Andy Williams κι ο Tom Jones· με κακέκτυπα της παρακμής του Elvis Presley. Αυτή η εμμονή της Fender οδήγησε και στους μάλλον αποτυχημένους silverface (με ασημί πρόσοψη) ενισχυτές που αντικατέστησαν τους φημισμένους blackface (με μαύρη πρόσοψη).

Επίσης, φαινόταν να κωφεύει στο feedback που θα μπορούσε να δεχτεί από τους χρήστες των προϊόντων της. Οι Stratocaster και Telecaster υιοθετήθηκαν από rock, blues και metal κιθαρίστες που το μουσικό τους στυλ δεν ταίριαζε στην ολοστρόγγυλη (7.25 ίντσες ακτίνα καμπυλότητας) ταστιέρα αυτών των οργάνων, η οποία είχε σχεδιαστεί για να διευκολύνει το jazz και country ρυθμικό παίξιμο. Οι ταστιέρες αυτές είχαν σχεδιαστεί όχι για σόλο, αλλά για ακομπανιαμέντα. Επίσης, οι “ακρότητες” του Hendrix, του Blackmore, του Hank Marvin, του Gilmour και, αργότερα, του Jeff Beck, με το tremolo των Stratocaster οδηγούσαν σε γρήγορο ξεκούρδισμα και σπάσιμο χορδών λόγω τριβών στο ζυγό και στα string retainers. Ομοίως, δε δόθηκε προσοχή στην ανάγκη για σολάρισμα ψηλά στην ταστιέρα. Ούτε δόθηκε προσοχή στο σφίξιμο των ανοχών της ένωσης μανικιού και σώματος, ένα κλασικό προβληματικό σημείο σε όλες τις μαζικής παραγωγής κιθάρες με βιδωτό μανίκι. Ομοίως, δεν εξάλειψε το τζόγο του βιδωτού μοχλού για το tremolo.

Ναι, υπήρξε εξέλιξη: Η “micro-tilt” ρύθμιση της κλίσης του μανικιού και η ρύθμιση της ενισχυτικής βέργας με βίδα Άλλεν από κάτω από το ζυγό (nut). Ο πενταθέσιος επιλογέας μαγνητών. Αλλά μέχρι εκεί – αυτές ήταν οι μοναδικές αλλαγές που επέφεραν κάποια βελτίωση. Κυριολεκτικά, η Fender επί CBS έχασε ευκαιρίες (μάλιστα, με την αλλαγή της ένωσης σώματος και μανικιού από τετράβιδη σε τρίβιδη, υποβάθμισε την αξιοπιστία και την αντοχή των οργάνων της), κι ακόμα και σήμερα δεν έχει δώσει πειστικές απαντήσεις σε άλλα θέματα. Επίσης, επί CBS υπήρξε απτή και πραγματική επιδείνωση της ποιότητας των παραγομένων οργάνων, καθώς όντως χρησιμοποιήθηκαν ευτελέστερα υλικά, ενώ απλοποιήθηκαν ελαφρά και οι καμπύλες τους για μικρότερη φθορά των κοπτικών εργαλείων.

Αν πραγματικά η Fender (και η μητρική εταιρεία, η CBS) είχε εστιάσει την προσοχή της στο κοινό που είχε αποκτήσει κι όχι στο κοινό που ήθελε και δε μπορούσε να αποκτήσει, θα είχε προβεί σε στοχευμένες βελτιώσεις που θα καθιστούσαν τα δυο κορυφαία της μοντέλα, τη Stratocaster και την Telecaster, ασυναγώνιστα. Θα άφηνε με αυτές τις βελτιώσεις ελάχιστα περιθώρια στους ικανότατους Ιάπωνες αντιγραφείς να της δημιουργήσουν τα εμπορικά προβλήματα που οδήγησαν τελικά στην πώλησή της σε ομάδα εργαζομένων υπό τον Bill Schultz το 1986 για μόλις 6 εκατομμύρια δολάρια, έχοντας υποστεί στο μεταξύ τεράστια μείωση της αξίας της και ζημιά στο κύρος της. Και φυσικά, θα εξοικονομούσε χρήματα, καθώς αυτές οι συσσωρευτικές (incremental) βελτιώσεις θα κόστιζαν πολύ λιγότερο από ό,τι η εξέλιξη και παραγωγή μοντέλων που δεν τραβούσαν στην αγορά. Σήμερα, αυτά τα μοντέλα =θεωρούνται cult και επιθυμητά από τους hipsters και τα εγχώρια κακέκτυπά τους, καθώς η κακή τους φήμη τα οδήγησε στο να αποκτηθούν σε εξευτελιστικές τιμές από indie, alternative και grunge συγκροτήματα. Κι εδώ δεν ασχολήθηκα καν με ανοησίες όπως η αποτυχημένη κι ανεπιθύμητη Fender Maverick/Custom.

Τι βελτιώσεις θα μπορούσε να ενσωματώσει; Πρώτα απ’όλα, θα μπορούσε να παραγγείλει στην Kluson (και αργότερα στη γερμανική Schaller) κλειδιά με σταδιακά μειούμενο (ή ρυθμιζόμενο) ύψος κολώνας ανάλογα με την απόστασή τους από το ζυγό, εξαλείφοντας έτσι την ανάγκη για τα string retainers που εισάγουν περιττές τριβές. Θα μπορούσε να είχε καταργήσει το βιδωτό μοχλό για το tremolo. Αντί για σπείρωμα το μπλοκ και στο μοχλό, θα μπορούσε μέσα στο μπλοκ να βάλει ένα σωληνάκι από PVC όπου θα περνιέται χωστά ο μοχλός, και να βάλει και μια αλλενόβιδα σαν αυτές που έχει για τη ρύθμιση του ύψους των χορδών, ώστε να ρυθμίζει ο κιθαρίστας πόσο ελεύθερος ή σφιχτός θέλει να είναι ο μοχλός – ό,τι έκανε δηλαδή ο Paul Reed Smith. Θα μπορούσε να κάνει πιο επίπεδη την ταστιέρα, με ακτίνα καμπυλότητας 12 ίντσες, να βάλει (σε προεξοχή) 22ο τάστο και τα τάστα να είναι πιο μεγάλου μεγέθους, σαν αυτά των μπάσων, για να διευκολύνουν τα bends (σηκώματα) και το βιμπράτο. Και, τέλος, θα μπορούσε – όπως έκαναν στη δεκαετία του ’80 η Blade του Gary Levinson, η γερμανική Shadow, αλλά και στα ανταλλακτικά της σώματα η αμερικανική Warmoth (και πολλές άλλες εταιρείες), να σκάψει τη ράχη του σώματος ώστε να το λεπτύνει στην πρίμα πλευρά της ένωσης με το μανίκι κατά ένα εκατοστό για να διευκολύνει την πρόσβαση.

Σίγουρα, θα μπορούσε η Fender να εκμεταλλευθεί την αυξημένη πρόσβαση σε κονδύλια λόγω της εξαγοράς από τη CBS γι’αυτές τις ανασχεδιάσεις και για την αναπροσαρμογή των εργαλειομηχανών της. Αλλά αυτό θα μπορούσε να είχε γίνει αν πληρούνταν ορισμένες προϋποθέσεις. Πρώτα απ’όλα, διάθεση από τα “φυτευτά” στελέχη να εντρυφήσουν βαθιά στην εταιρική κουλτούρα της Fender και στην κουλτούρα της αγοράς στην οποία αυτή απευθυνόταν. Δεύτερον, επιθυμία για συλλογή feedback από την αγορά που είχε δημιουργήσει η Fender με τα προϊόντα της, δηλαδή από αυτούς που διαμόρφωναν νέα μουσικά ρεύματα με τις Stratocaster και Telecaster τους. Τρίτον, απαλλαγή από εμμονές και ονειρώξεις για αγορές που βρίσκονταν πια στη δύση τους και αποτελούνταν από ανθρώπους που ποτέ δε θα αγόραζαν Fender. Τέταρτον, κατανόηση εκ μέρους της ανώτατης διοίκησης ότι μια επιτυχημένη εταιρεία δεν οργανώνεται με περίπλοκα οργανογράμματα και (δαπανηρή) διόγκωση της μέσης και ανώτερης γραφειοκρατίας. Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δε συνέτρεξε – and the rest is history, όπως λένε.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-31

Ζώα!

Τόσον καιρό σας αποκαλεί ο πρόεδρος της “Ένωσης Κεντρώων”, ο κύριος Βασίλης Λεβέντης, “ζώα” και σας σέρνει τα εξ αμάξης από τηλεοπτικού άμβωνος. Όχι όμως για την ευκολία με την οποία πιστεύετε και αναμεταδίδετε όποια εθνικιστική, αντιιατρική, συνωμοσιολογική ή / και ρατσιστική φάρσα βρείτε μπροστά σας, ούτε για την εμμονή σας να δίνετε δεύτερες, τρίτες, πεντακοσιοστές ευκαιρίες στο φεουδαρχικής νοοτροπίας πολιτικό δυναμικό της χώρας, ούτε για την προθυμία σας να κάνετε τη ζωή του διπλανού σας δύσκολη για να “βολευτείτε”.

Δεν τον πειράζουν αυτά. Σας επιτίθεται με σκαιούς χαρακτηρισμούς γιατί τόσα χρόνια δεν τον κάνατε βουλευτή, γιατί δε σιτίζατε κι αυτόν στο Πρυτανείο και δεν του παρείχατε την παχυλή βουλευτική αποζημίωση, τα ωραία βουλευτικά προνόμια και τη βουλευτική σύνταξη.

Βασίλης Λεβέντης, ο λατρεμένος σας πρόεδρος. - 41 χρόνια επιτυχίες. Κάντε κλικ στη φωτογραφία για πλήρες μέγεθος (ανοίγει σε νέα καρτέλα)

Βασίλης Λεβέντης, ο λατρεμένος σας πρόεδρος. – 41 χρόνια επιτυχίες. Κάντε κλικ στη φωτογραφία για πλήρες μέγεθος (ανοίγει σε νέο παράθυρο / καρτέλα). Εικονογραφική σύνθεση: Jo Di Graphics

Και τον εκλέξατε βουλευτή, προφανώς γιατί σας φάνηκε λιγότερο φαιδρός από τον κύριο Παναγιώτη Λαφαζάνη – που, για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ έχω σοβαρές αντιρρήσεις για τις ιδέες του, αλλά όσο και να’ναι, εντελώς διαφορετικό πολιτικό λόγο εκφέρει από τον κύριο Λεβέντη. Άρχισε λοιπόν ο νέος σας αυτός εκλεκτός να διακηρύττει πως δε θα πάρει βουλευτική… λιμουζίνα, αλλά ό,τι πιο σαράβαλο υπάρχει· πως θα πληρώνει από την τσέπη του τα διόδια· πως θα πληρώνει μόνος του τη βενζίνη του αυτοκινήτου του· πως θα αντικαθιστά τους βουλευτές του κάθε έξι μήνες. Κι εσείς τον χειροκροτάτε, ακούγοντάς τον να φωνασκεί και λέτε “καλά τα λέει”.

Ξεκινώ από τις εξαιρετικά εύστοχες επισημάνσεις του Μανώλη Μαυραντωνάκη για να βάλω λίγο τα πράγματα σε μια σειρά, γιατί πραγματικά δεν ξέρω με σας από πού ν’αρχίσω και πού να τελειώσω.

Είπε λοιπόν ο κύριος Λεβέντης ότι θα πάρει το πιο σαράβαλο βουλευτικό αυτοκίνητο που υπάρχει. Όμως κανένα βουλευτικό αυτοκίνητο δεν είναι “σαράβαλο”, αλλά αντίστοιχα είναι όλα τους αξιοπρεπέστατα οχήματα που ευχαρίστως θα τα αγόραζε ο οποιοσδήποτε. Επίσης, το ποιο αυτοκίνητο θα πάρει ο κάθε βουλευτής καθορίζεται από κλήρωση.

Και μια τελευταία λεπτομέρεια που καταδεικνύει άγνοια, τόσο από τη δική του μεριά όσο και από τη δική σας: Τα βουλευτικά αυτοκίνητα είναι μεν κατά κανόνα “premium”, δηλαδή αυτοκίνητα που προορίζονται για το μέσο και ανώτερο στελεχιακό δυναμικό ενός οργανισμού ή μιας επιχείρησης, αλλά είναι οικογενειακά αυτοκίνητα. Οι λιμουζίνες είναι μια εντελώς ξεχωριστή κατηγορία οχημάτων, η οποία προορίζεται για άλλα εισοδηματικά, επιχειρηματικά και πολιτικά / πολιτειακά κλιμάκια, καθώς και για ειδικές κοινωνικές περιστάσεις (γάμους, κηδείες, ακριβά πάρτι, κ.ο.κ.). Αλλά δε βαριέσαι, “καλά τα λέει” ο πρόεδρος…

Είπε ακόμη ότι θα πληρώνει βενζίνες και διόδια από την τσέπη του. Μα φυσικά θα τα πληρώνει από την τσέπη του, αφού εσείς, με τους φόρους σας, του προσφέρετε επίδομα για έξοδα κίνησης, δηλαδή θα του τα βάζετε εσείς στην τσέπη. Στην πραγματικότητα λοιπόν, από την τσέπη σας θα τα πληρώνει.

Βασίλης Λεβέντης, ο πολέμιος της οικογενειοκρατίας. Κάντε κλικ στη φωτογραφία για πλήρες μέγεθος (ανοίγει σε νέο παράθυρο/καρτέλα). Εικονογραφική σύνθεση: Jo Di Graphics

Βασίλης Λεβέντης, ο πολέμιος της οικογενειοκρατίας. Κάντε κλικ στη φωτογραφία για πλήρες μέγεθος (ανοίγει σε νέο παράθυρο / καρτέλα). Εικονογραφική σύνθεση: Jo Di Graphics

Επίσης, τον επαινέσατε που είπε ότι θα αντικαθιστά τους βουλευτές του ανά εξάμηνο. Συνταγματικά όμως, η έδρα ανήκει στο βουλευτή κι όχι στο κόμμα, καθώς στο άρθρο 51, παρ. 2 το Σύνταγμα ορίζει ότι:

Oι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος.

Προσέξατε τι γράφει το Σύνταγμα; Αντιπροσωπεύουν το “Έθνος”, δηλαδή τον λαό stricto sensu (το εκλογικό σώμα) και lato sensu (δηλαδή το σύνολο όσων κατοικούν στη χώρα και έχουν την ιθαγένεια του ελληνικού κράτους) και τους απόδημους Έλληνες. Δε γράφει πουθενά το Σύνταγμα ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το κόμμα, ούτε αναγνωρίζει καμία υποχρέωσή τους να τηρούν κομματική πειθαρχία – ούτε καν τη ρουσωική mandat impératif, δηλαδή την υποχρέωσή τους να τηρούν τις προεκλογικές τους δηλώσεις και δεσμεύσεις, δεν αναγνωρίζει. Σας παραπέμπω στο άρθρο 60 παρ. 2:

Oι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση.

Συνεπώς, αν πάει ο λατρεμένος σας Βασίλης Λεβέντης να κάνει κάτι τέτοιο, παραβιάζει το θεμελιώδη νόμο της χώρας. Επίσης, μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί θεωρείτε σε άλλα κόμματα αντιδημοκρατικό το να απομακρύνονται με το “έτσι θέλω” βουλευτές και στην Ένωση “Κεντρώων” όχι; Επειδή ο Λεβέντης “τα λέει καλά”; Πάμε παρακάτω. Έστω ότι αδιαφορεί για το τι προβλέπει το Σύνταγμα και αρχίζει όντως να τους αντικαθιστά ανά εξάμηνο. Αυτό ξέρετε τι σημαίνει; Ότι δεν τους έχει εμπιστοσύνη, είτε γιατί τους θεωρεί ανίκανους και ηλίθιους (πράγμα διόλου απίθανό, εδώ εσάς που τον ψηφίσατε αποκαλεί ζώα και ηλίθιους), είτε γιατί φοβάται πως θα του ροκανίσουν την καρέκλα. Σε κάθε περίπτωση, εμένα δε με πείθει. Εδώ είναι κάτι που δε σκέφτηκε κανένας σας: Αυτή η δήλωση του κυρίου Λεβέντη δείχνει ότι δεν έχει την παραμικρή γνώση για τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, επιτροπές, κ.ο.κ. Γιατί; Γιατί, μέχρι να ενημερωθεί ένας βουλευτής του για τις αρμοδιότητές του, τις επιτροπές στις οποίες συμμετέχει, κ.ο.κ., ο αρχηγός θα τον αντικαθιστά.

Και ξέρετε κάτι; Η δήλωση του κυρίου Λεβέντη για την ανά εξάμηνο αντικατάσταση των βουλευτών του θα έπρεπε να σας προκαλέσει και μια άλλη υποψία: Αυτός ο σχεδιασμός μπορεί να είναι στην πραγματικότητα μια μεθόδευση για να γευτούν βουλευτική αποζημίωση και βουλευτικά προνόμια (αυτοκίνητο, έξοδα άσκησης βουλευτικών καθηκόντων, κ.ο.κ.) όσο γίνεται περισσότεροι υποψήφιοι του κόμματός του. Με δικά σας / μας λεφτά.

Βεβαίως, δε βγήκε κανένας mainstream δημοσιολόγος να επισημάνει ότι οι δηλώσεις αυτές του κυρίου Λεβέντη δεν έχουν καμία απολύτως βάση στο Σύνταγμα, στους ισχύοντες κανονισμούς, αλλά και στην ιδια τη λογική. Ούτε βγήκε κανένας mainstream δημοσιολόγος να επισημάνει ότι ο κύριος Λεβέντης λαϊκίζει. Όχι δα! Λαϊκίζει μόνον όποιος μιλά για την κοινωνική, οικονομική, επιχειρηματική και επιστημονική καταστροφή που έχουν προκαλέσει τα μνημόνια και θα ενταθεί με το “αριστερό” μνημόνιο της 12/7/2015.

Μετά από αυτά, μάλλον κι εγώ συμπεραίνω ότι “καλά τα λέει” για σας ο πρόεδρος. Εμείς οι υπόλοιποι όμως τι σας φταίμε;

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-27

Ροζ μισογυνισμός

Ναι, ξέρω. “Γύρω μας γίνεται χαμός, η Ευρώπη διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται και με τη μεθοδευμένη από καιρό ανάκαμψη της προσεκτικά ξεπλυμένης ακροδεξιάς, κι εσύ κάθεσαι κι ασχολείσαι με τη Δημουλίδου και την κάθε Δημουλίδου”. Και θα’χετε, εν μέρει, δίκιο. Ούτε κι εγώ υπήρξα ποτέ φίλος της “ροζ” ή “γυναικείας” λογοτεχνίας, για πάμπολλους λόγους. Όμως, το πράγμα έχει πολύ βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, τις οποίες θα ήθελα να μου επιτρέψετε να αναπτύξω.

Πρόσφατα, είχαμε ένα ακόμα από τα πάμπολλα διαδικτυακά tantrums της δημοφιλέστατης συγγραφέως Χρυσηίδας Δημουλίδου. Τι ήταν αυτό που την πείραξε; Μια σατιρική ιστοσελίδα στο Facebook διέπραξε τα… αδικήματα της παροχής spoiler (αποκάλυψη δηλαδή του πώς τελειώνει η αφήγηση), της έκφρασης σαρκαστικών και σατιρικών σχολίων για την πλοκή, καθώς και της σάτιρας για τις δημόσιες αναρτήσεις της κυρίας Δημουλίδου (μεταξύ αυτών και πάμπολλα hoaxes και θεωρίες συνωμοσίας ακροδεξιάς προέλευσης) στο προφίλ της.

Το οργίλο ξέσπασμα της κυρίας Δημουλίδου ήταν αυτό που θα περίμενε κανείς από το τέκνο του Donald Duck και του Daffy Duck: “απειλούσε” ότι θα σταματήσει το γράψιμο (προσωπικά, δεν το θεωρώ απειλή), ότι θα υποβάλει μηνύσεις και αγωγές, κ.ο.κ. Βέβαια, στο διαδίκτυο έχω ξαναδεί κι αντιμετωπίσει τέτοιου είδους συμπεριφορές από “εύθικτους” “επωνύμους” που έχουν την αξίωση να είναι δημόσια πρόσωπα, αλλά κανείς να μην έχει το δικαίωμα να τους ασκήσει κανενός είδους αρνητική κριτική. Τα πράγματα έφτασαν μάλιστα στο σημείο η κυρία Δημουλίδου να προχωρήσει, πιθανότατα όχι για πρώτη φορά, σε αυτό που αποκαλούμε “doxing” στο διαδίκτυο, δηλαδή στη διάπραξη του αδικήματος (ν. 2472/1997) της δημοσιοποίησης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων τρίτου προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό και τη φίμωσή του – θυμηθείτε ότι αυτή η ενέργεια μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί και ως προτροπή σε τέλεση αδικήματος κατά του ατόμου που υφίσταται το doxing. Αυτή της η συμπεριφορά έχει καταγγελθεί και στηλιτευτεί τόσο από τους διαχειριστές της σατιρικής σελίδας “Χρυσή Μούτζα” όσο και από τον Άρη Δημοκίδη της Lifo.

Αυτή η συμπεριφορά της κυρίας Δημουλίδου θα ήταν αρκετή για να κάνει κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο να την αποστρέφεται. Όμως, δεν είναι μόνο αυτό, και δεν είναι το κύριο ζήτημα με την κυρία Δημουλίδου. Μέσω των χαρακτήρων των βιβλίων της, η κυρία Δημουλίδου περνά συγκεκριμένα μηνύματα, συγκεκριμένες αντιλήψεις, για:

  • τη θέση των γυναικών σε μια σχέση και στην κοινωνία εν γένει
  • τη ΛΟΑΔ (LGBT – Lesbian, Gay, Bisexual, Transexual) κοινότητα

Ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι γνωρίζω καλά πως ένας συγγραφέας χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες των βιβλίων του, και τον τρόπο με τον οποίο τους παρουσιάζει, για να εμφανίσει ορισμένες απόψεις, ιδέες, νοοτροπίες και ιδεολογίες ως αποδεκτές ή μη αποδεκτές. Από εκεί ορμώμενος εξετάζω τις ιδέες που προωθεί η κυρία Δημουλίδου.

Θα παραθέσω πιο κάτω ορισμένα σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο “Σουίτα στον Παράδεισο” (εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη) σχετικά με το πώς η κυρία Δημουλίδου βλέπει τη γυναίκα:

dim05

Δηλαδή, η κυρία Δημουλίδου μας λέει εδώ ότι η γυναίκα δεν είναι αυθύπαρκτη και δεν έχει αξία αφ’εαυτής. Είναι άνθρωπος δεύτερης διαλογής, είναι – τουλάχιστον στη “φυσική κατάσταση” του ανθρώπινου είδους, χωρίς το μακιγιάζ (που δεν είναι καν αποκλειστικά γυναικεία εφεύρεση: πρώιμες μορφές καλλυντικών και body paint, ενδεχομένως όχι απαραίτητα για ομορφιά, χρησιμοποιούσαν και οι Νεάντερταλ, αλλά ας μην είμαστε τόσο λεπτολόγοι και απαιτητικοί) και τα “πλουμιστά στολίδια” – “βρόμικη, άσχημη, δασύτριχη, αδύναμη, ανίκανη”, και, όπως τεκμηριώνεται με το “[ε]υτυχώς που υπήρχε το σεξουαλικό ένστικτο και ήταν ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της στο χώρο του”, υπάρχει μόνο για να τεκνοποιεί και να ικανοποιεί σεξουαλικά τον άνδρα. Πέραν της σεξουαλικής ικανοποίησης, του είναι άχρηστη – του είναι ακόμη και περιττή ή επιζήμια, γιατί “[τ]ου έπαιρνε μερίδιο από το φαγητό του, του φόρτωνε περίσσια στόματα παιδιών που πεινούσανε” – αυτό το χωρίο είναι προβληματικό και ως προς την άποψη που περνά για τα παιδιά, καθώς τα παρουσιάζει ως “περίσσια στόματα”, δηλαδή σαν ένα ανεπιθύμητο φορτίο για τον άντρα, ο οποίος σαφέστατα θα ζούσε καλύτερα χωρίς αυτά. Αλλά δε σταματά εδώ:

dim06

Διαπιστώνει μεν η κυρία Δημουλίδου τον περιορισμένο ρόλο της γυναίκας στην ανθρώπινη ζωή του παρελθόντος, ένα ρόλο που οι ναζί συνόψισαν ως “Kinder, Küche, Kirche” – δηλαδή η γυναίκα είχε ως αποστολή της μόνο να γεννοβολάει, να μαγειρεύει και να πάει στην εκκλησιά. Αυτόν το ρόλο δεν τον αμφισβητεί: είδαμε προηγουμένως πώς περιγράφει τη γυναίκα της “φυσικής κατάστασης”: Για την κυρία Δημουλίδου, η γυναίκα είναι εκ φύσεως “βρόμικη, άσχημη, δασύτριχη, αδύναμη, ανίκανη” και η μοναδική δικαιολογία για την ύπαρξή της είναι η σεξουαλική ικανοποίηση του άντρα. Σ’αυτή την παράγραφο που εξετάζουμε τώρα, η γυναίκα περιγράφεται ως ανίκανη να επιβιώσει από μόνη της (“[τ]α στοιχεία της φύσης και τα θεριά δεν ήταν η ειδικότητά τους και καλύτερα με φουσκωμένη την κοιλιά, δίπλα στη φωτιά, να περιμένουν για φαγητό”), κι έτσι η κυρία Δημουλίδου δικαιολογεί την καταπίεση της γυναίκας εκείνα τα χρόνια.

Αυτή η αφήγηση όμως είναι ανιστόρητη, καθώς η γυναίκα συμμετείχε ενεργά στο κυνήγι και στη συλλογή καρπών των εντελώς πρωτόγονων κοινωνιών, ενώ μετά την αγροτική επανάσταση της Νεολιθικής εποχής είχε ενεργό ρόλο στην παραγωγή τροφής μέσω των αγροτικών εργασιών, ενώ φρόντιζε για την παραγωγή των ενδυμάτων, την προετοιμασία του φαγητού, την περίθαλψη κι ανατροφή της οικογένειας, τη διαχείριση του νοικοκυριού όταν ο άντρας έλειπε στον πόλεμο, στο χωράφι, στο κυνήγι ή στα εμπορικά ταξίδια, κ.ο.κ. Αυτή όμως η συνεισφορά της γυναίκας είναι μάλλον άγνωστη για την κυρία Δημουλίδου, και είναι λογικό: το concept της γυναίκας ως “άχρηστο στόμα” ή “είδος πολυτελείας” το βρίσκαμε κυρίως στις αστικές οικογένειες, ενώ στις αγροτικές περιοχές οι άντρες ζητούσαν να παντρευτούν “γυναίκα για χωράφι”, δηλαδή γυναίκα που θα δούλευε μαζί τους. Φαντάζομαι βέβαια ότι δεν άνοιξε ποτέ το μνημειώδες λεύκωμα “Ήπειρος” του μεγάλου φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα…

Αλλά το πιο συγκλονιστικό είναι το πώς κορυφώνεται η περιφρόνηση με την οποία η κυρία Δημουλίδου περιβάλλει τις καταπιεσμένες γυναίκες της προφεμινιστικής εποχής: “Αν το καλοσκεφτούμε, ήταν ένα δείγμα έξυπνης στρατηγικής στο όνομα του κορόιδου που έπαιζε τη ζωή του κορόνα γράμματα”! “Κορόιδο” λοιπόν ο άντρας, άρα καλά έκανε και είχε τη γυναίκα ουσιαστικά φυλακισμένη, καλώς καμωμένη και η βία εναντίον της, καλώς καμωμένα και τα εγκλήματα τιμής, καλώς καμωμένη και η δαιμονοποίηση της γυναικείας φύσης!

dim07

Κι εδώ έχουμε την ερμηνεία της για το πώς αναδείχτηκε ο άντρας ως το ισχυρό φύλο… Όχι, δεν έφταιξε στην κυρία Δημουλίδου το ότι ο άντρας, με τη βία και την ιδεολογική κυριαρχία της πατριαρχίας, εδραίωσε την πρωτοκαθεδρία του. Δεν έφταιξε το ότι ο άντρας επιχειρηματολόγησε με πονήματα γεμάτα μισογυνικό δηλητήριο όπως η βιβλική αφήγηση περί “προπατορικού αμαρτήματος” ή τα Ησιόδεια “Έργα και Ημέραι” (“Ο ψυχοπομπός Ερμής, ο Αργειοφόντης, έβαλε την ψευτιά στο στήθος της γυναίκας και τα γλυκόλογα και την κατεργαριά“, “Και μη σου πάρει τα μυαλά καμμιά γυναίκα, που κουνάει τα πισινά της. Η κολακεία της η γλυκειά σ’άλλο από το βίος σου δεν αποβλέπει. Γιατί όποιος γυναίκα εμπιστευθεί σε κλέφτη εμπιστεύεται” και “Πρώτα – πρώτα σπίτι ν’αποχτήσεις, γυναίκα και δυό καματερά. Γυναίκα ν’αγοράσεις κι όχι να την παντρευτείς, έτσι που να μπορεί ν’ακολουθήσει τα βόδια”) και “Θεογονία” (“Φριχτή είναι των γυναικών η ρίζα κι η φάρα τους μεγάλη συμφορά για τους ανθρώπους”) υπέρ της “φύσει” κατωτερότητας της γυναίκας, συκοφάντησε τη γυναίκα ως “φύσει” κακή. Δεν έφταιξε το ότι ο άντρας φόρτωσε τη γυναίκα με ενοχές και ντροπή για την ίδια της την ύπαρξη. Δεν έφταιξε το ότι ο άντρας, με τη θρησκεία και τις βασισμένες στις ανοησίες του Πλάτωνα και του Αποστόλου Παύλου πατριαρχικές ιδεολογίες, έκανε πλύση εγκεφάλου στη γυναίκα και την έπεισε πως αυτή είναι η θέση της κι ότι δεν πρέπει να ζητά κάτι καλύτερο, όχι· έφταιξε η “χρόνια παθητική στάση” της γυναίκας και ο φόβος της μην της πάρει άλλη γυναίκα το φαΐ που της εξασφάλιζε ο Άντρας.

dim08

Ας δούμε λίγο και την άποψη της κυρίας Δημουλίδου για το φεμινισμό. Μετά το κίνημα των suffragettes, “δεν έμενε παρά να κάψουν τα σουτιέν τους. Και αργότερα το έκαναν κι αυτό. Μια οργισμένη μερίδα γυναικών κατέθεσε τη θηλυκότητά της στο βωμό της οργής. Εκεί κάπου εμείς κορίτσια, κάναμε το πρώτο λάθος. Χωρίς να το καταλάβουμε, πετάξαμε στην πυρά ένα σύμβολο, το πιο δυνατό μας όπλο: τη θηλυκότητά μας. Ποτέ άλλοτε στα χρονικά γυναίκα δεν εκφράστηκε με τόσο μένος κατά του εαυτού της.” Κατ’αρχάς, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: το σουτιέν δεν είναι σύμβολο θηλυκότητας, δεν ενσαρκώνει τη θηλυκότητα της γυναίκας, δεν παύει να υπάρχει η θηλυκότητα χωρίς αυτό· είναι απλά ένα εσώρουχο, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Σε παλιότερες εποχές δηλαδή που δεν υπήρχαν τα σουτιέν, οι γυναίκες δεν είχαν θηλυκότητα; Επίσης, γιατί έφτασε το σουτιέν να αποτελεί σύμβολο καταπίεσης της γυναίκας; Μήπως επειδή γενικά το γυναικείο ντύσιμο ταυτίστηκε με τη θέση στην οποία οι πατριαρχικές κοινωνίες έριχναν τη γυναίκα; Μάλλον δεν πέρασε αυτή η σκέψη από το μυαλό της συγγραφέως.

Κι αρχίζει αμέσως μετά ένα κατηγορητήριο κατά των σύγχρονων, χειραφετημένων γυναικών: Κατ’αρχάς, τις κατηγορεί ότι εκφράστηκαν με μένος κατά του εαυτού τους. Λάθος. Οι γυναίκες εκφράστηκαν με μένος κατά της πατριαρχικής κοινωνίας, η οποία τις στιγματίζει αν έχουν ενεργή σεξουαλική ζωή, αν το ντύσιμό τους παρεκκλίνει από το κοινωνικά επιβληθέν “πρότυπο”, αν το σώμα τους είναι διαφορετικό από τα πρότυπα της μόδας και της κοινωνίας, αν έχουν σεξουαλικές φαντασιώσεις, αν πέσουν θύματα βιασμού, αν μείνουν έγκυες εκτός γάμου, αν χρειαστεί να κάνουν έκτρωση, αν οδηγούν – πόσες φορές έχετε ακούσει ή πει το “τράβα να πλύνεις μωρή κάνα πιάτο” ή το “γυναίκα στο τιμόνι, ο Χάρος σε ζυγώνει”; Εκφράστηκαν με μένος κατά της κοινωνίας που προτιμά άντρες σε διοικητικές θέσεις επιχειρήσεων σε οργανισμούς και επιχειρήσεις. Κατά της κοινωνίας που προσφέρει υψηλότερες αμοιβές σε άντρες απ’ό,τι σε γυναίκες για την ίδια δουλειά και με τα ίδια προσόντα. Κατά της κοινωνίας που ποινικοποιεί τη μητρότητα, κόβοντας (στο όνομα των “ισοσκελισμένων ισολογισμών”, της “δημοσιονομικής προσαρμογής” και του πρωτόγονου κι επικίνδυνου γερμανικού μίγματος μερκαντιλισμού και νεοφιλελευθερισμού) τις άδειες μητρότητας και λοχείας, δυσχεραίνοντας την πρόσληψη πρόσφατα παντρεμένης ή αρραβωνιασμένης γυναίκας γιατί “θα μείνει έγκυος”, και απελευθερώνοντας τις απολύσεις λόγω εγκυμοσύνης. Κατά τα άλλα, “εκφράστηκαν με μένος κατά του εαυτού τους”. Μάλλον η κυρία Δημουλίδου χρειάζεται ένα reality check.

Και συνεχίζει το κατηγορητήριό της η κυρία Δημουλίδου: Οι γυναίκες τρομάξανε τους καημένους τους άντρες κι έτσι μείνανε μόνες: “Κι εδώ που τα λέμε είχε δίκιο. Όχι μόνο ροκανίσαμε το θρόνο του, όχι μόνο τον γκρεμίσαμε, αλλά είχαμε αρχίσει να ροκανίζουμε και τον ίδιο. Και δε σκεφτήκαμε: Μα αν τον ροκανίσουμε, δεν θα έχουμε άντρα δίπλα μας“. Δηλαδή, σύμφωνα με την κυρία Δημουλίδου, λόγος ύπαρξης της γυναίκας είναι να έχει “άντρα δίπλα της”. Από μόνη της η γυναίκα, σύμφωνα με την κυρία Δημουλίδου, δε μπορεί να υπάρξει, δεν έχει αξία η ίδια, δεν έχει αξία η προσωπικότητά της, δεν έχει νόημα η ύπαρξη και η ζωή της. Αυτή η θεώρηση της κυρίας Δημουλίδου για το λόγο ύπαρξης της γυναίκας, θεώρηση την οποία περνά ως “γραμμή” στις αναγνώστριές της, στάζει ετεροκανονικότητα (heteronormativity): Η κυρία Δημουλίδου βλέπει μια απόλυτη κατηγοριοποίηση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, με “φυσιολογικές” μόνο τις σχέσεις μεταξύ άντρα και γυναίκας, με τα δυο φύλα να έχουν αυστηρά καθορισμένους ρόλους. Στην ετεροκανονική κοινωνία, και στο μυαλό της κυρίας Δημουλίδου, οι άντρες και οι γυναίκες συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο βιολογικά, κοινωνικά και αναπαραγωγικά. Κάθε τι άλλο, όπως θα δούμε παρακάτω, πετιέται στο πυρ το εξώτερον.

Αλλά προς το παρόν θα επιστρέψω στο πώς βλέπει η κυρία Δημουλίδου τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Έγραψα πριν ότι μας λέει πως η γυναίκα χωρίς άντρα δίπλα της δε μπορεί να υφίσταται. Αν συνδυαστούν τώρα αυτά της τα λόγια με όλα τα υπόλοιπα που παρέθεσα, το μήνυμα που περνά η κυρία Δημουλίδου στις γυναίκες (που αποτελούν και το target group της) είναι: Κορίτσια, δεν αξίζετε να υπάρχετε χωρίς άντρα δίπλα σας. Γι’αυτό, μη θέλετε να αντιμετωπίζεστε ισότιμα από την κοινωνία, από το κράτος, από τους εργοδότες και τους συνεργάτες σας. Να δουλεύετε, να ψηφίζετε, άντε να εκλεγείτε βουλευτίνες, αλλά μέχρι εκεί. Μη ζητήσετε να έχετε τα ίδια δικαιώματα με έναν άντρα, γιατί θα τον τρομάξετε και θα σας φύγει και πού θα βρείτε άλλον;

Αλλά τον θέλει δίπλα στη γυναίκα τον άντρα η κυρία Δημουλίδου; Ας δούμε λίγο έναν – κατά την ίδια και τις θαυμάστριές της – “αληθινό άντρα και ερωτεύσιμο ήρωα”, τον Δάμο από το “Μάτι του Βοριά” (εκδόσεις Ψυχογιός). Το βιογραφικό του είναι αξιοθαύμαστο. Αυτός ο “αληθινός άντρας” ξεκίνησε τη σεξουαλική του ζωή στα δεκαπέντε του, όταν θαμπώθηκε από τον ανδρισμό του η μητριά του και βάλθηκε να γευτεί τους χυμούς της νιότης του – αν υπήρχε συναίνεση δεν παίρνω κι όρκο, γιατί η αφήγηση είναι λίγο ασαφής. Λίγα χρόνια μετά, τον καιρό που οι… ξενέρωτοι και “μη ερωτεύσιμοι” βγάζαν τα μάτια τους να σπουδάσουν, ξεκίνησε σα σουβλατζής και τύλιγε πιτόγυρα μέχρι που τον ανακάλυψε ένας γκέι ζωγράφος και τον έκανε μοντέλο. Αργότερα, επειδή ήταν “προικισμένο” αγόρι, έγινε ζιγκολό και εραστής πλουσίων κυριών (επειδή είναι “αληθινός άντρας” δεν πήγαινε με άντρες). Ακολούθως, έγινε σπιτωμένος γκόμενος και μετά μπάρμαν στη Μύκονο, περνώντας ταυτόχρονα τον καιρό του ως greek kamaki-παρασιτικός γκόμενος που παρίστανε και το μοντέλο καμιά φορά για να κάνει καμιά αρπαχτή. Κατόπιν, αγόρασε το μπάρ όπου δούλευε και έγινε επιχειρηματίας, το έχασε, ξαναέγινε μπάρμαν και ξαναέφτιαξε μαγαζί. Είναι λοιπόν ο κύριος Δάμος, ένας απόλυτα επιτυχημένος άντρας, αληθινός άντρας κι όχι… φλούφλης ή σπασίκλας. Το τέλειο πρότυπο ανδρός για να μεγαλώσει σύμφωνα με αυτό μια γυναίκα το γιο της.

Αυτός λοιπόν ο κύριος Δάμος είναι ο “αληθινός άντρας” που προτάσσει η κυρία Δημουλίδου για να τον έχει “δίπλα της” μια γυναίκα. “Δίπλα της”; Για να δούμε…

dim09m

Θα ξεκινήσω από την παραδοχή ότι ο “αληθινός άντρας” είναι αυτός που μια γυναίκα θέλει δίπλα της, για σύντροφό της· κι ότι έναν τέτοιο άντρα θέλει και για την κόρη της. Τι λέει λοιπόν για τις γυναίκες αυτός ο “αληθινός άντρας”; “Μεγάλες πουτάνες από τη φύση τους οι γυναίκες. Ζουν στην κυριολεξια για να σ’ τα παίρνουν και να πηδιούνται”. Αυτή είναι η άποψη του Δάμου, του “αληθινού άντρα” κατά Δημουλίδου, για τις γυναίκες. Αυτός είναι ο “αληθινός άντρας” που οι θαυμάστριες της κυρίας Δημουλίδου θέλουν και για τις ίδιες και για τις κόρες τους. Ένας άντρας που θα τις θεωρεί, αυτές και τις κόρες τους, πουτάνες – και μάλιστα “από τη φύση τους”. Κατ’επέκταση, θα θεωρεί και την κόρη του πουτάνα – από τη φύση της. Ένας άντρας που θα θεωρεί ότι η γυναίκα του είναι από τη φύση της μια μεγάλη πουτάνα που “ζει για να του τα παίρνει και να πηδιέται”, και συνεπώς δεν της αξίζει εμπιστοσύνη κι αγάπη. Ένας άντρας που θα θεωρεί ότι και η κόρη του είναι από τη φύση της μια μεγάλη πουτάνα που “ζει για να τα παίρνει” (από τον άντρα ή τον πατέρα της) “και να πηδιέται”.

Αυτός είναι, λοιπόν, ο “αληθινός άντρας” που οι θαυμάστριες της κυρίας Δημουλίδου θέλουν για τις ίδιες και για τις κόρες τους: Ένας άντρας που θα τις έχει για να τις πηδάει και να του τ’ακουμπάνε. Δηλαδή ένας μισογύνης ζιγκολό που θα ζει παρασιτικά σε βάρος της γυναίκας του. Αυτός είναι ο “αληθινός άντρας” που προτείνει η κυρία Δημουλίδου. Κι αυτός ο “αληθινός άντρας”, σύμφωνα με την κυρία Δημουλίδου, θα είναι… “δίπλα” στη γυναίκα του. Πάμε στοίχημα ότι αυτός ο κατά Δημουλίδου “αληθινός άντρας”, οδηγούμενος από το μίσος και την περιφρόνησή του για τις γυναίκες, τις κακοποιεί ψυχικά και σωματικά;

Βεβαίως, ο Δάμος στο τέλος βρίσκει την “αληθινή αγάπη” (ναι, δίνω spoiler). Είναι μια νεαρή (πολύ νεότερή του), γοητευτική κοπέλα, αδελφή του εργοδότη του, η οποία τα έχει με κάποιον που την κακοποιεί. Κι έρχεται στη ζωή της ο Δάμος, ο “αληθινός άντρας”, αυτός που τις γυναίκες τις είχε “για να τις πηδάει και να του τ’ακουμπάνε”, και, σα λευκός ιππότης, τη σώζει, την παντρεύεται και γίνεται υπόδειγμα συζύγου. Κι όλα αυτά συμβαίνουν στο τελευταίο κεφάλαιο.

Είχε προηγηθεί στο μεταξύ και μια ριζική μεταστροφή του ήρωα, σαν αυτές τις ξαφνικές που βλέπουμε σε δευτερεύοντες χαρακτήρες των feuilleton μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα (π.χ. στα “Μυστήρια των Παρισίων” του Ευγενίου Σύη): Συνεπεία ενός ατυχήματος που τον αφήνει ελαφρά χωλό και του αφαιρεί μέρος της ακαταμάχητης γοητείας του, ο Δάμος αλλάζει και μαλακώνει. Το ατύχημα δε αυτό ήταν στημένο από τον πολιτικό πατέρα μιας ισχυρής και πλούσιας γυναίκας με την οποία σχετιζόταν – και ο πατέρας της, προφανώς γνωρίζοντας τι εστί Δάμος, δεν τον ήθελε καθόλου για γαμπρό του. Και τότε άρχισε ο Δάμος να σκέφτεται ότι χρειάζεται την αληθινή αγάπη.

Η αφήγηση της κυρίας Δημουλίδου είναι, στην καλύτερη περίπτωση, προβληματική. Κατ’αρχάς, δε μας δίνει να καταλάβουμε γιατί το ατύχημα έκανε τον Δάμο να αλλάξει και να γίνει ο υποδειγματικός άνθρωπος του “happy end” της ιστορίας μας. Δεύτερον, τέτοια ριζική μεταστροφή δεν είναι καθόλου ρεαλιστική: ο ήρωας είναι ένας εδώ και αρκετά χρόνια διαμορφωμένος άνθρωπος, με παγιωμένες απόψεις, με μια βαθιά ριζωμένη μισογυνική, φαλλοκρατική κοσμαντίληψη. Αρκεί ένα ατύχημα από το οποίο τη γλίτωσε φτηνά για να αλλάξει τόσο βαθιά ο χαρακτήρας του;

Η άβολη πραγματικότητα όμως μας λέει ότι ακόμη κι ένα συγκλονιστικό γεγονός που φέρνει τον άνθρωπο πολύ κοντά στο θάνατο δεν είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει μια ριζική και μόνιμη μεταστροφή στη ζωή και στη συμπεριφορά του, πολύ απλά γιατί ο βασικός κορμός του χαρακτήρα και της ψυχοσύνθεσης του ατόμου έχει ήδη διαμορφωθεί. Επίσης, από τη στιγμή που έχει περάσει πια ένα εύλογο χρονικό διάστημα από το συμβάν, πολλά αρνητικά προϋπάρχοντα στοιχεία του χαρακτήρα του ατόμου επανέρχονται. Η αφήγηση, βεβαίως, δεν υποστηρίζεται καθόλου από το γεγονός ότι το ατύχημα δεν έχει το χαρακτήρα τιμωρίας του Δάμου για τη συμπεριφορά του. Με δεδομένο το context της αφήγησης, δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Δάμος θα έλεγε “μου άξιζε, έτσι που φερόμουν, πρέπει ν’αλλάξω”. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να εκληφθεί αυτό το στημένο ατύχημα σαν “προειδοποίηση” της μοίρας ή οποιουδήποτε άλλου αφηγηματικού “θεού” προς τον ήρωα; Πιο πειστικό θα ήταν ο Δάμος να έβγαζε μια τάση για εκδίκηση και να προσπαθούσε να βλάψει τον ηθικό αυτουργό του ατυχήματός του, είτε άμεσα είτε έμμεσα, π.χ. βλάπτοντας την κόρη του.

Δε μπορεί όμως ένας άνθρωπος ν’αλλάξει τελείως χαρακτήρα, νοοτροπία και συμπεριφορά; Δε λέω ότι αυτό είναι εντελώς ανέφικτο. Αλλά μια πραγματικά βαθιά, ριζική και μόνιμη αλλαγή νοοτροπίας σε έναν άνθρωπο κατά κανόνα αποτελεί καρπό μιας σταδιακής διεργασίας που τιθασεύει τα άγρια χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Ε, αυτή τη διεργασία δεν τη βλέπουμε στο μυθιστόρημα αυτό, όπως δε βλέπουμε και για ποιο λόγο θα μπορούσε να υπάρξει οποιαδήποτε διεργασία αλλαγής του χαρακτήρα του Δάμου. Υπάρχει λοιπόν ένα χαίνον αφηγηματικό κενό, το οποίο απαιτεί από τον αναγνώστη ένα τεράστιο λογικό άλμα προκειμένου να πιστέψει αυτό που διαβάζει. Αντί λοιπόν η κυρία Δημουλίδου να υποστηρίξει αφηγηματικά τη μεταστροφή του Δάμου μας δίνει στην πεντακοσιοστή από τις 543 σελίδες του βιβλίου αυτό:

dim13

Μέχρι αυτό το χωρίο δεν υπήρξε η παραμικρή υπόνοια ότι κάτι άλλαζε στην ψυχοσύνθεση, στις αντιλήψεις, στον τρόπο σκέψης και στη συμπεριφορά του Δάμου. Αντίθετα, εντελώς από το πουθενά, το χτυπημένο πόδι πείθει το Δάμο ν’αλλάξει εντελώς ριζικά. Να είναι άραγε η συνειδητοποίηση ότι δε μπορεί πια να το παίζει γόης κι ότι θα πάψει να περνά η μπογιά του;

Και λίγες σελίδες μετά, έρχεται η αληθινή αγάπη, η οποία όμως δεν είναι ένας αυθύπαρκτος χαρακτήρας. Δε μαθαίνουμε παρά ελάχιστα γι’αυτή. Δε φαίνεται πουθενά να έχει αυτό που η Κοινωνιολογία και η Φιλοσοφία ονομάζουν agency, δηλαδή αυτονομία και αυτενέργεια. Αντίθετα, μοιάζει σχεδόν σα να έχει προστεθεί εκ των υστέρων, σα διακοσμητικό στοιχείο. Κι εδώ είναι ένα ακόμα αρνητικό στοιχείο των βιβλίων της κυρίας Δημουλίδου: οι γυναίκες σ’αυτά υπάρχουν μόνο σαν εξαρτήματα των “αληθινών αντρών” των μυθιστορημάτων της ή σαν οχήματα για την έκφραση και δικαιολόγηση μισογυνικών θέσεων και ο λόγος ύπαρξής τους είναι μόνο να παραδοθούν, να δοθούν και να υποταχθούν στους “αληθινούς άντρες”.

Αλλά ο Δάμος, που τις γυναίκες τις είχε μόνο για να “τις πηδάει και να του τ’ακουμπάνε”, είχε παιδικά τραύματα. Πιο συγκεκριμένα, δεν ένιωσε ποτέ την πατρική στοργή, γιατί ο μπαμπάκας του φοβόταν πως, αν χάιδευε έστω και μια φορά το γιο του, αν του έδειχνε την παραμικρή τρυφερότητα, αυτός θα γινόταν ντιγκιντάγκας και, συνεπώς, όνειδος γι’αυτόν. Πόσο πιστευτό μπορεί άραγε να γίνει αυτό;

Implied_103c1b_162258

Ξέρω, αναρωτιέστε αν σας κάνω πλάκα. Δυστυχώς όχι. Διαβάστε:

dim15

Κάπου εδώ είναι που πρέπει κανείς ν’αναρωτηθεί αν η κυρία Δημουλίδου γνωρίζει το παραμικρό για τη σχέση μεταξύ ενός πατέρα και του μοναχογιού του, αν έχει υπόψη της την ανάγκη που νιώθει ο πατέρας να δώσει τρυφερότητα στο γιο του, ο οποίος στα μάτια του είναι ο συνεχιστής του ίδιου του του εαυτού. Το όνομα δε του χαρακτήρα (Δάμος, από το “Αδάμος”) με κάνει να αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνει καθόλου πώς λειτουργούν τα παιδιά. Τα παιδιά, στην προσπάθειά τους να ενσωματωθούν και να ανήκουν κάπου, απλοποιούν τα ονόματά τους προς το πιο συνηθισμένο, το πιο κοινό. Πολύ πιθανότερο θα ήταν ο Αδάμος να έκανε το όνομά του “Μάκης”, που είναι απόλυτα συνηθισμένο και “ακίνδυνο” όνομα, γιατί δε θα τον έκανε τόσο εύκολο στόχο για πειράγματα και – ναι – bullying από άλλα παιδιά. Αλλά ο ήρωας της κυρίας Δημουλίδου, ως κλασική περίπτωση Marty Stu, πρέπει να έχει ένα εξωτικό, πιασάρικο όνομα, οπότε “Δάμος”.

Επίσης, τι ακριβώς αντίληψη περί ανδρισμού είναι αυτή που επιδεικνύεται στο “Μάτι του Βοριά“; Η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ μητριάς και αγοριού δε μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί απόδειξη ότι το παιδί είναι “πολύ άντρας”. Αντίθετα, συνιστά σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Ακόμη, ποιος πατέρας, βλέποντας τη δεύτερη γυναίκα του στο κρεβάτι με το γιο που είχε από την πρώτη, θα έλεγε “κοίτα πόσο άντρακλας είναι ο γιος μου”, αντί να σοκαριστεί από το γεγονός της μοιχείας που διαπράττει η σύζυγος σε βάρος του και μάλιστα εκμεταλλευόμενη σεξουαλικά τον ανήλικο γιο του; Η σχέση μεταξύ του Δάμου και του πατέρα του μοιάζει εντελώς μη ρεαλιστική. Ακόμη και η γνωριμία του νεαρού με τη μέλλουσα μητριά του δείχνει ότι ο πατέρας του δεν τον υπολόγιζε καθόλου, γι’αυτό και δεν υπήρξε καμία προετοιμασία, καμία προεργασία, ούτε βέβαια υπήρξε κάποια έγνοια ή πρόνοια εκ μέρους του πατέρα για τον αντίκτυπο που θα είχε η είσοδος της γυναίκας αυτής στην οικογενειακή ζωή τους. “Έχω λόγο εγώ; Αντικείμενο είμαι στο σπίτι.”

dim16

Εδώ έχουμε άλλο ένα σημείο στο οποίο απουσιάζει ο ρεαλισμός – εσκεμμένα όμως, για να δημιουργηθεί η εικόνα του συγκεκριμένου ήρωα, ο οποίος κρύβει παιδικές πληγές κάτω από την απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζει τις γυναίκες, αλλά ποθεί κι αποζητά ν’αγαπήσει και ν’αγαπηθεί. Όμως, όπως ανέφερα και πιο πριν, πουθενά στο βιβλίο – τουλάχιστον μέχρι τη σελίδα 500 – δε βλέπουμε εξέλιξη του χαρακτήρα ή ωρίμανσή του. Αντίθετα, αυτό το προχειροφτιαγμένο backstory αποτελεί δικαιολογία για σκηνές σαν την παρακάτω:

dim17

Και βέβαια, δεν είναι η μόνη σκηνή αυτού του είδους. Το βιβλίο είναι γεμάτο από σεξουαλικές σκηνές, οι οποίες περιγράφονται με τεχνοτροπία που εμένα προσωπικά μου θυμίζει τα πορνοπεριοδικά που εγώ και οι συνομήλικοί μου κάναμε χάζι στην εφηβεία μας: “Open”, “Privé”, “Tutti” κ.ο.κ. Όμως, εκείνες οι τσόντες ήταν πολύ πιο ειλικρινείς: Σε μια τυπική τσόντα, οι πρωταγωνιστές της σεξουαλικής σκηνής είναι ένα ζευγάρι που είτε είναι κάμποσο καιρό μαζί είτε έχουν γνωριστεί στο μπαρ, στο μετρό, στις διακοπές – ή μπορεί να είναι περισσότερα άτομα. Και, βέβαια, ο σκοπός των πρωταγωνιστών είναι ένας: Να περάσουν καλά, μέσα στο context της σεξουαλικής έκφρασης που περιγράφεται στην ιστορία.

Στο “Μάτι του Βοριά” όμως, αντί να έχουμε τη Σούζυ που γνώρισε το Μπάμπη, τον γούσταρε, τη γούσταρε και προχώρησαν “στα περαιτέρω”, έχουμε χαρακτήρες που αποτελούν κλασικές περιπτώσεις Mary Sue/Marty Stu: σχεδιασμένους έτσι ώστε τα ελαττώματά τους είτε να μην είναι ρεαλιστικά, είτε να μην έχουν σχέση με την πλοκή, είτε να είναι καρικατούρες. Και μάλιστα, τα ελαττώματά τους περιγράφονται έτσι ώστε τελικά οι χαρακτήρες αυτοί να γίνονται αγαπητοί στον αναγνώστη. Επίσης, το παρελθόν τους είναι δραματικό, ασυνήθιστο και, συνήθως, μη ρεαλιστικό. Και βέβαια, ο χαρακτήρας είναι ακαταμάχητος. Σε ό,τι αφορά δε τυχόν αντιπάλους του χαρακτήρα, αυτοί παρουσιάζονται με τέτοια υπερβολή ώστε να γίνονται καρικατούρες του Απόλυτου Κακού και ενίοτε έχουν κακό τέλος. Πρέπει εδώ να τονίσω ότι οι περισσότεροι χαρακτήρες της κυρίας Δημουλίδου εμπίπτουν σ’αυτή την κατηγορία και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, οι περιγραφές και οι αφηγήσεις είναι τόσο τραβηγμένες και υπερβολικές, ώστε τελικά η απόπειρα πρόκλησης ακραίων συναισθημάτων στον αναγνώστη να αποτυγχάνει παταγωδώς, γιατί δεν επιτυγχάνεται η πολυπόθητη άρση της δυσπιστίας. Οι δε ιστορίες κινούνται κι αυτές σε συγκεκριμένες, αυστηρά καθορισμένες κατευθύνσεις. Άλλοτε έχουμε τον πληγωμένο “αληθινό άντρα” που μισεί τις γυναίκες με πάθος, αλλά τελικά βρίσκει την αληθινή αγάπη και της αφοσιώνεται, κι άλλοτε έχουμε κακέκτυπα της ιστορίας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Έτσι, η συγγραφέας προσφέρει στην αναγνώστρια το άλλοθι του παθιασμένου, ερωτευμένου, αλλά τόσο βασανισμένου ζευγαριού ή του πληγωμένου χαρακτήρα, για να την απαλλάξει από τις ενοχές της που διαβάζει κάτι “πρόστυχο”.

Ας είμαστε ειλικρινείς: Οι σεξουαλικές σκηνές στα βιβλία της κυρίας Δημουλίδου δεν εξυπηρετούν κανέναν απολύτως αφηγηματικό σκοπό. Αν τις αφαιρούσατε, η πλοκή θα έμενε άθικτη ή σχεδόν άθικτη. Όσον αφορά δε την πλοκή και την αφήγηση, αυτές πάσχουν τραγικά, καθώς. Οπότε, για ποιον ακριβώς λόγο τις συμπεριλαμβάνει στην αφήγησή της; Απλά, γιατί το σεξ πουλάει, και η κυρία Δημουλίδου το γνωρίζει. Ξέρει επίσης πολύ καλά σε τι κοινό απευθύνεται: Σε γυναίκες που μεγάλωσαν με τέτοια ντροπή για τη σεξουαλικότητά τους, τις φαντασιώσεις και τους πόθους τους, ώστε νιώθουν την ανάγκη να υπάρχει ένα αφηγηματικό άλλοθι για τις σεξουαλικές σκηνές που θα καταναλώσουν. Καταλαβαίνω την ανάγκη και τις ανασφάλειες των αναγνωστριών της κυρίας Δημουλίδου, αλλά πολύ πιο ειλικρινείς είναι οι ερασιτέχνες που γράφουν ερωτικές και σεξουαλικές ιστορίες και τις ανεβάζουν στο ίντερνετ. Και, για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, συχνά είναι πιο ταλαντούχοι: η λεκτική, εκφραστική και αφηγηματική πενία της κυρίας Δημουλίδου είναι εμφανής σε κάθε σελίδα κάθε βιβλίου της, με διαρκώς επαναλαμβανόμενες εκφράσεις – και μάλιστα με ελάχιστες αράδες να μεσολαβούν μεταξύ των επαναλήψεων: “[…] μου είπε ξεψυχισμένα”.

Προσέξτε όμως το εξής: Η κυρία Δημουλίδου στοχοποιεί μια κατηγορία γυναικών, τις διαζευγμένες. Γράφοντας για “το τσιμπούκι της ζωντοχήρας” που προφανώς έχει μια ιδιαίτερη ποιότητα, αφού αποτελεί – τρόπον τινά – μέτρο σύγκρισης για τον ήρωα, παρουσιάζει τις χωρισμένες γυναίκες ως ειδικευμένες σ’αυτό, αλλά και πιθανότατα σε κάθε άλλη σεξουαλική πράξη. Γιατί όμως; Δε χρειάζεται να προχωρήσει κανείς σε βαθυστόχαστες αναλύσεις για να καταλάβει ότι η κυρία Δημουλίδου αναπαράγει τα λαϊκά στερεότυπα που θέλουν τη χωρισμένη γυναίκα στερημένη, λυσσασμένη και αχόρταγη στο σεξ, και, κατ’επέκταση, επικίνδυνη για τη γυναίκα που θέλει να κρατήσει έναν άντρα κοντά της. Αυτό το στερεότυπο είναι βέβαια βαθύτατα σεξιστικό, αλλά αυτο δεν εμποδίζει την κυρία Δημουλίδου από το να το αναπαράγει, να το υιοθετήσει και να το διαιωνίσει, σερβίροντάς το στις αναγνώστριές της, τις οποίες εκπαιδεύει να αντιμετωπίζουν τις χωρισμένες γυναίκες ως αντιζήλους, αποκλείοντάς τες από τη σύναψη ειλικρινούς κι εγκάρδιας φιλίας μαζί τους, δηλαδή τις εκπαιδεύει να κάνουν ακριβώς αυτό για το οποίο καταγγέλλει το γυναικείο φύλο στη “Σουίτα στον Παράδεισο”! Αυτό που προωθεί τελικά η κυρία Δημουλίδου – εκούσια ή ακούσια – είναι η εσωτερίκευση του μισογυνισμού στις αναγνώστριές της.

Δύσκολα θα περνιόταν για προοδευτική μια συγγραφέας που λέει στις αναγνώστριές της ότι ο λόγος ύπαρξής τους είναι να έχουν ένα αρσενικό δίπλα τους (αν και μάλλον από πάνω τους εννοεί) κι ότι δεν πρέπει να αμφισβητούν τους πατροπαράδοτους έμφυλους ρόλους των πατριαρχικών κοινωνιών. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να την “κατηγορήσει” ότι έχει επηρεαστεί από τη Laurie Penny, τη Mona Eltahawy ή την Anita Sarkeesian. Τα γραπτά της είναι ξεκάθαρα αντιφεμινιστικά και υποτιμητικά για το γυναικείο φύλο. Ένα ακόμα παράδειγμα είναι αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο της “Τα Δάκρυα του Θεού” (εκδόσεις Ψυχογιός):

dim18

“Για να αγαπήσει μια γυναίκα έναν άντρα, πρέπει πρώτα να τον βάλει σ’ένα θρόνο και να τον προσκυνήσει, γιατί έτσι ορίζει η φύση της, γιατί έτσι αισθάνεται γυναίκα.” Δηλαδή, σύμφωνα με την κυρία Δημουλίδου, η φύση ορίζει ότι η γυναίκα πρέπει να προσκυνήσει τον άντρα, γιατί “έτσι αισθάνεται γυναίκα”. Συμπεραίνουμε λοιπόν από τα γραφόμενα της κυρίας Δημουλίδου ότι μια γυναίκα που δε νιώθει την ανάγκη να προσκυνήσει έναν άντρα δεν αισθάνεται γυναίκα, δεν είναι γυναίκα, αλλά κάτι παρεκκλίνον. Και συνεχίζει: “Ο άντρας πρέπει να είναι άρχοντας, για να υποτάξει μια γυναίκα”. Για την κυρία Δημουλίδου, η υγιής σχέση αρσενικού-θηλυκού είναι σχέση υποταγής, όπου η γυναίκα υποβιβάζεται τελείως: Πρέπει να υπάρχει μόνον ως εξάρτημα, παρακολούθημα του άντρα κι όχι ως αυθύπαρκτος, αυτόνομος άνθρωπος. Έτσι όμως, η κυρία Δημουλίδου τελικά υποβιβάζει και τον άντρα, γιατί, προκειμένου να δείξει ότι είναι κάποιος, έχει ανάγκη από ένα άβουλο, υποταγμένο, παραδομένο πλάσμα να τον υπηρετεί.

Βέβαια, θα μπορούσε να ισχυριστεί η κυρία Δημουλίδου ή κάποιος από τους αυτόκλητους υποστηρικτές της ότι δεν υιοθετεί αυτή την κοσμοθεωρία, απλώς την αφηγείται και την περιγράφει. Αυτό θα μπορούσα να το δεχτώ, αν:

  • αυτή η άποψη παρουσιαζόταν με μικρή σχετικά συχνότητα,
  • οι χαρακτήρες που την ενστερνίζονται, την κηρύττουν, την υιοθετούν και την εκφράζουν δεν παρουσιάζονταν με τον θετικό, ωραιοποιημένο και ευμενή τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται στα βιβλία της.

Ένας συγγραφέας χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες των ιστοριών του για να περάσει μηνύματα, για να κοινωνήσει τις απόψεις του – κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, κ.ο.κ. Έτσι πράττει και η κυρία Δημουλίδου, ακόμη κι αν το αρνηθεί. Με τους χαρακτήρες των βιβλίων της, περνά τις άποψείς της για τη θέση της γυναίκας μέσα σε μια σχέση και μέσα στην κοινωνία. Προωθεί λοιπόν μέσω των “ροζ” μυθιστορημάτων της μια ιδεολογία, η οποία είναι άκρως συντηρητική – έναν ροζ μισογυνισμό.

Βεβαίως, δε θα μπορούσαμε να περιμένουμε ιδιαίτερα προοδευτικές απόψεις από την κυρία Δημουλίδου και σε ό,τι αφορά τη ΛΟΑΔ / LGBT κοινότητα. Ο τρόπος που ορίζει και περιγράφει τους ομοφυλόφιλους (άντρες και γυναίκες) και τους αμφιφυλόφιλους στη “Σουίτα στον Παράδεισο” μου προκαλεί απορία: Είναι τέτοια η άγνοιά της σε θέματα σεξουαλικής ταυτότητας και ταυτότητας φύλου ή είναι τέτοια η γνώμη που έχει διαμορφώσει, αν και έχει έναν πακτωλό πληροφορίας στη διάθεσή της; Παρακαλώ προσέξτε:

dim02

Είναι, λοιπόν, “θέμα χρόνου” ένας αμφιφυλόφιλος άντρας να καταλήξει να γίνει 100% ομοφυλόφιλος. Επίσης, ο ομοφυλόφιλος ή αμφιφυλόφιλος, σύμφωνα με την κυρία Δημουλίδου, δεν είναι “γνήσιο αρσενικό”. “Φρίττει” και θεωρεί “εξευτελιστικό” και “άκρως αηδιαστικό” να τον αγγίξει άλλος άντρας. Με τον τρόπο επίσης που ορίζει τους αμφιφυλόφιλους, συμπεραίνω ότι αγνοεί παντελώς την κλίμακα του Kinsey, καθώς και όλες τις μεταγενέστερες εργασίες πάνω σε θέματα gender identity και sexual identity. Επίσης, με τα περί “οικονομικής ανέχειας” και “σκληροπυρηνικών γκέι” δείχνει για άλλη μια φορά το βαθύτατα συντηρητικό κοινωνικό της πρόσωπο. Επινοεί “σκληροπυρηνικούς γκέι”, ή, ορθότερα, τους βγάζει από τη ναφθαλίνη των έμφυλων στερεοτύπων και δαιμονοποιεί τους γκέι ως εκμεταλλευτές και ως σαδιστικά σεξουαλικά αρπακτικά, που ικανοποιούν τις άρρωστες κι ανώμαλες ορέξεις τους πατώντας πάνω στην ανάγκη φτωχών αντρών. Βέβαια, για να αποφύγει να χαρακτηριστεί ομοφοβική, η κυρία Δημουλίδου λέει ότι δεν θα είναι “αυτή που θα κρίνει τις σεξουαλικές επιθυμίες του καθενός”, αν και ακριβώς αυτό κάνει!

Μας πληροφορεί επίσης η κυρία Δημουλίδου ότι, ουσιαστικά, οι γκέι έχουν το μυαλό τους όλο στο σεξ:

dim03

“[Τ]ο πρώτιστο ενδιαφέρον των γκέι είναι πάντα η ερωτική συνέυρεση και το σεξ […]”. Η κυρία Δημουλίδου αναπαράγει και διδάσκει οπισθοδρομικά σεξιστικά στερεότυπα, δαιμονοποιεί τους ΛΟΑΔ, τους αποδίδει δολιότητα που οφείλεται στην ακόρεστη δίψα τους για σεξ, και τους παρουσιάζει ως ρηχούς και κενούς ανθρώπους, αφού το μόνο που έχουν, στο μυαλό τους είναι το σεξ. Έτσι, δικαιώνει και διαιωνίζει τις ομοφοβικές (homophobic) και αμφιφοβικές (biphobic) προκαταλήψεις της πατριαρχικής κοινωνίας και προάγει την άγνοια, το φόβο και, εμμέσως πλην σαφώς, δικαιολογεί-δικαιώνει τη διαιώνιση των διακρίσεων και της βίας κατά της ΛΟΑΔ κοινότητας.

Είδαμε τις απόψεις της κυρίας Δημουλίδου, όπως τις εκφράζει στη “Σουίτα στον Παράδεισο”, για τους ομοφυλόφιλους κι αμφιφυλόφιλους άντρες. Ας δούμε και τις απόψεις της για τις λεσβίες. Η κυρία Δημουλίδου εντοπίζει δυο τύπους λεσβιών, τις ανδροπρεπείς και τις θηλυπρεπείς. Ας δούμε τι λέει για τις ανδροπρεπείς:

dim21

Οι ανδροπρεπείς λοιπόν λεσβίες είναι “πολύ σοβαρές, σχεδόν απρόσιτες” και “συχνάζουν αυστηρά σε μπαρ για λεσβίες”. Μ’εντυπωσιάζει αυτό το τσουβάλιασμα που κάνει η κυρία Δημουλίδου, κι ακόμα περισσότερο με εντυπωσιάζει η σιγουριά με την οποία το κάνει: όλες οι ανδροπρεπείς λεσβίες είναι “πολύ σοβαρές, σχεδόν απρόσιτες” – άρα καμία τους δε γελάει, δε χαίρεται, δε γλεντάει, δε στενοχωριέται, δε θυμώνει, δεν, δεν, δεν. Αντίθετα, όλες τους είναι ανέκφραστα, βλοσυρά προσωπεία. Και είναι και ακίνδυνες για το αναγνωστικό κοινό της κυρίας Δημουλίδου: “συχνάζουν αυστηρά σε μπαρ για λεσβίες”. Δεν υπάρχει περίπτωση να τις δείτε, φερ’ειπείν, στο Γιασεμί στην Πλάκα ή στο Peñarrubia (πρώην Όστρια) στην Παραλιακή. Έχουν αυτοεξοριστεί στο δικό τους γκέτο, απαρνούμενες κάθε επαφή με τη “βέβηλη” κοινωνία. Κι επίσης, καμία ανδροπρεπής λεσβία δεν έχει πάει ποτέ με άντρα και όλες τους θεωρούν τον εαυτό τους άντρακλα. Κι αμέσως μετά, η κυρία Δημουλίδου μας περιγράφει και μας αναλύει, ως ειδική που είναι σε θέματα gender identity και σεξουαλικού προσανατολισμού, τις θηλυπρεπείς λεσβίες:

dim22

Εδώ το πράγμα γίνεται ενδιαφέρον: Οι θηλυπρεπείς λεσβίες είναι όλες “όμορφες έως πολύ όμορφες” και αρνήθηκαν τους άντρες λόγω τραυματικού παρελθόντος, όχι επειδή έτσι έτυχε να γεννηθούν και, σε αντίθεση με τις “ασφαλείς” ανδροπρεπείς λεσβίες, κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αυτές όμως μπορεί να… θεραπευτούν και να σωθούν. Ένας ψυχολόγος ή ένας τρυφερός άντρας μπορεί να τις κάνει να δουν το φως το αληθινόν και να τις επαναφέρει στον ίσιο δρόμο – η ομορφιά τους κι η γλυκύτητά τους είναι που τις κάνει άξιες να σωθούν.

Οι απόψεις που εκφράζει η κυρία Δημουλίδου είναι επικίνδυνες: Ισχυρίζεται ότι η σεξουαλική ταυτότητα, ο σεξουαλικός προσανατολισμός ενός ανθρώπου είναι επίκτητος και μπορεί να αλλάξει – όπως, για παράδειγμα, κάποιος κόβει το τσιγάρο ή το αλκοόλ ή την ανθυγιεινή διατροφή, έτσι μπορεί και να επανέλθει στην ετεροφυλόφιλη κανονικότητα. Αυτή η αντίληψη οδήγησε πολλούς συντηρητικούς γονείς να βασανίσουν τα παιδιά τους για να τα θεραπεύσουν από το “κουσούρι” και να τα κάνουν “νορμάλ”: εγκλεισμοί, χάπια, ψυχοφάρμακα, ηλεκτροσόκ, βασανιστήρια – κι όλα αυτά οδήγησαν πολλούς ανθρώπους στην τρέλα ή/και στο θάνατο. Και στην εποχή μας, που η επιστήμη αποδέχεται ότι δεν υπάρχουν αποδεκτές επιστημονικές αποδείξεις ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός ενός ανθρώπου μπορεί να αλλάξει, έρχεται η κυρία Δημουλίδου και πετάει στα σκουπίδια τις έρευνες, τις μελέτες και τις άοκνες προσπάθειες των επιστημόνων και, έχοντας σπουδάσει στο… πανεπιστήμιο της ζωής, μας λέει ότι μπορούμε έναν ομοφυλόφιλο άνθρωπο να τον “πείσουμε” να επιστρέψει στον “ίσιο” δρόμο. Τι κι αν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ρητά ότι “ο σεξουαλικός προσανατολισμός αφ’εαυτού δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως διαταραχή (Sexual orientation by itself is not to be regarded as a disorder)“, η κυρία Δημουλίδου ξέρει καλύτερα!

Παρουσιάζοντας όμως τη γυναικεία ομοφυλοφιλία ως διαταραχή και παρέκκλιση από την οποία μπορεί μια γυναίκα να… θεραπευτεί, η κυρία Δημουλίδου νομιμοποιεί στη συνείδηση των αναγνωστών της τους τσαρλατάνους που υπόσχονται “θεραπεία της ομοφυλοφιλίας”. Αλλά δεν περιορίζεται εκεί: Το μήνυμα που στέλνει είναι πιο βαθύ και ακόμα πιο επικίνδυνο: Όχι μόνο μας λέει ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι παρεκκλίνοντες, ανώμαλοι, επικίνδυνοι κ.ο.κ. (για τους άντρες), όχι μόνο μας λέει ότι η γυναικεία ομοφυλοφιλία είναι παρέκκλιση, αρρώστια, έκπτωση από την κανονικότητα και τη “φυσιολογική” κατάσταση, αλλά, παρουσιάζοντας τις θηλυπρεπείς (δηλαδή τις, κατά την ίδια, όμορφες) λεσβίες ως ικανές – άρα και άξιες – να… σωθούν και τις ανδροπρεπείς ως χαμένες υποθέσεις, η κυρία Δημουλίδου χωρίζει τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, με βάση το σεξουαλικό τους προσανατολισμό και με βάση την εμφάνισή τους. Προάγει λοιπόν μια βαθύτατα σεξιστική στάση απέναντι στους συνανθρώπους μας, η οποία αγγίζει τα όρια του ρατσισμού.

Οι σεξιστικές ιδέες που προωθεί η κυρία Δημουλίδου δεν είναι άκακες, ούτε μπορούν να αγνοηθούν ως “γραφικές”. Πέραν της προφανέστατης αντικειμενοποίησης της γυναίκας και της δαιμονοποίησης της γυναίκας, αυτές οι αντιλήψεις έχουν χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσουν εγκλήματα τιμής· διαιωνίζουν την κουλτούρα του βιασμού, η οποία δικαιολογεί, αποενοχοποιεί, ακόμη και ωραιοποιεί-ρομαντικοποιεί το βιασμό· δικαιολογούν τη βία κατά των ΛΟΑΔ (π.χ. οι συχνοί φόνοι ΛΟΑΔ ατόμων στη Τζαμάικα, όπου οι φανατισμένοι ιεροκήρυκες εμπότισαν τους ντόπιους με μια σκληροπυρηνική, βίαιη, φονική ομοφοβία, ή η μεθοδευμένη, βιομηχανοποιημένη εξόντωση ομοφυλοφίλων, Εβραίων, κομμουνιστών, Ρομά, ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, ψυχασθενών, αντιφρονούντων, αντιστασιακών στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης), καθώς και τις κοινωνικές, επαγγελματικές κ.α. διακρίσεις εναντίον τους.

Κατόπιν όλων αυτών, θεωρώ εξαιρετικά ενοχλητικό και ένδειξη ανευθυνότητας εκ μέρους των καθ’ύλην αρμοδίων το γεγονός ότι τα βιβλία της κυρίας Δημουλίδου δεν έχουν την παραμικρή σήμανση ως προς την ακαταλληλότητά τους για ανήλικα άτομα. Το ξαναλέω, η συχνότητα των σεξουαλικών σκηνών (οι οποίες μάλιστα είναι εντελώς gratuitous, υπάρχουν μόνο για να κεντρίζουν την προσοχή και δεν εξυπηρετούν σε τίποτα την πλοκή) και η ωμότητα με την οποία περιγράφονται θυμίζουν ερασιτεχνική πορνογραφία, αν και η τελευταία είναι πολύ πιο ειλικρινής. Δεν είναι όμως το σεξ στα βιβλία της αυτό που ενοχλεί· αυτό που ενοχλεί το ότι, λόγω της απουσίας σχετικής σήμανσης, ανήλικα κορίτσια που δεν έχουν ακόμα διαμορφώσει κοινωνική και ατομική συνείδηση, εκτίθενται σ’αυτό το καθαρόαιμα πατριαρχικό, οπισθοδρομικό, μισογυνικό, σεξιστικό και σχεδόν ρατσιστικό μοντέλο που εισηγείται η κυρία Δημουλίδου και το οποίο ελάχιστα απέχει από τις θέσεις των φαλλοκρατών του “Men’s Rights Movement” και του “A Voice for Men”. Επίσης, λόγω και της – έμμεσης ή άμεσης – πίεσης του κοινωνικού περίγυρου, κάποια κορίτσια θα πειθαναγκαστούν να θεωρούν σπουδαία και σωστή την κυρία Δημουλίδου και να υιοθετήσουν την άκρως συντηρητική, σεξιστική και μισογυνική ιδεολογία που προωθεί μέσω των χαρακτήρων της, με τον “αληθινό άντρα” να θεωρεί ότι οι γυναίκες είναι “πουτάνες”, άξιες περιφρόνησης κι απέχθειας, και την “αληθινή γυναίκα” να υποτάσσεται στον “αληθινό άντρα”, ο οποίος θα την έχει “για να την πηδάει και να του τ’ακουμπάει”.  Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ δε θα ήθελα τα παιδιά μου να υιοθετήσουν το πρότυπο σχέσεων και ρόλων ανδρών και γυναικών, τον ροζ μισογυνισμό που προωθεί η κυρία Δημουλίδου, πολλώ δε μάλλον να γαλουχήσουν τα παιδιά τους μ’αυτό.

Βεβαίως, τολμώντας να γράψω αυτό μου το άρθρο επιδεικνύω απίστευτο θράσος. Η κυρία Δημουλίδου βλέπετε δεν αναγνωρίζει σε κανέναν το δικαίωμα να την κρίνει. Αποδέχεται ασμένως τους διθυράμβους των θαυμαστών και των θαυμαστριών της, αλλά ας δούμε τι έχει να πει για όσους της ασκούν οποιαδήποτε κριτική:

dim20

Δαιμονοποιεί τους μπλόγκερ, γιατί απλά θεωρεί ότι μόνο μια ελίτ, η οποία απολαμβάνει το προνόμιο να εκδίδονται τα πονήματά της από εκδοτικούς οίκους και να πωλούνται με σκοπό το κέρδος, έχει δικαίωμα να εκφράζεται. Επίσης, εξαιρώντας τη χιουμοριστική, ακόμα και σκωπτική, αντιμετώπιση ενός θέματος από την ελευθερία του λόγου, επιδιώκει να απονομιμοποιήσει τη σάτιρα. Κι όσο για την εμμονή της κατά της ανωνυμίας, αυτή είναι εντελώς διάφανη: Τάσσεται κατά της ανωνυμίας και της ψευδωνυμίας, γιατί θέλει να μπορεί να επισείει στο κάθε ανθρωπάριο που τόλμησε να εκφράσει αρνητική άποψη για τα βιβλία της την απειλή μήνυσης και αγωγής: “πες μου τ’ονοματάκι σου για να σε σύρω στα δικαστήρια γι’αυτό που είπες” – αυτό συνιστά bullying, εκφοβισμό, φίμωση, τραμπουκισμό, καταναγκασμό: “βγάλε το σκασμό, μην εκφράσεις την αντίθεσή σου σ’εμένα, γιατί θα σε κλείσω μέσα”. Νοοτροπία Ενωμοτάρχου Β’ δηλαδή. Οφείλω δε να υπενθυμίσω ότι το δικαίωμα στη χρήση ψευδωνύμων, εντός και εκτός διαδικτύου, υπάρχει από πάντα: να μιλήσω για την “Ελληνική Νομαρχία” του “Ανωνύμου Έλληνος”; Για τους μεγάλους ψευδώνυμους λογοτέχνες όπως το Μενέλαο Λουντέμη ή τον Οδυσσέα Ελύτη;

Επίσης, η ανωνυμία και η ψευδωνυμία υπάρχουν ακριβώς για να προστατέψουν το δικαίωμα του λόγου και της προσωπικής έκφρασης: προστατεύουν από την “τυραννία της πλειοψηφίας”, προστατεύουν whistleblowers που εντοπίζουν κι αποκαλύπτουν αδικήματα κι αντιμετωπίζουν απειλές για την επαγγελματική τους υπόσταση, ακόμα και για τη ζωή τη δική τους και των οικογενειών τους, εκπροσώπους κι ακτιβιστές ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων. Η ανωνυμία και η ψευδωνυμία εκδημοκρατίζει το διάλογο, γιατί δίνει φωνή σ’αυτούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσω εφημερίδων ή βιβλίων, και γιατί τους απαλλάσσει από τον τρόμο της δίωξης για την άποψη ή τη διαφορετικότητά τους. Μάλλον δεν έχει διαβάσει το εξαίρετο άρθρο της Jillian York “A Case for Pseudonyms“. Επίσης, επιδιώκει να υποβαθμίσει κάθε επικριτή της: “αποτυχημένοι συγγραφείς, σεναριογράφοι, στιχουργοί, μουσικοσυνθέτες”… “γιατί έχουν κάνει κάποιες σπουδές”. Αν λοιπόν δε σας αρέσουν τα βιβλία της και το λέτε δημόσια, είστε εξ ορισμού αποτυχημένος, γιατί έτσι αποφάσισε και είπε η κυρία Δημουλίδου! Και ναι, δαιμονοποιεί και όποιον πήγε και σπούδασε κάτι παραπάνω από αυτά που σπούδασε εκείνη. Αυτό μαρτυρά πάρα πολλά για το χαρακτήρα της, δυστυχώς. Αυτά άλλωστε συνάδουν και με όσα της προσάπτει ο Άρης Δημοκίδης στο άρθρο του στη Lifo “Γιατί η Χρυσηίδα Δημουλίδου δεν αντέχει το bullying (εκτός απ’ όταν το κάνει η ίδια!)“:

Eίναι αλήθεια πως η κα Δημουλίδου έχει ιδιαίτερη ευαισθησία στην κριτική και τη σάτιρα. Μερικές φορές που ασχολήθηκα μαζί της λέγοντας και την άποψή μου, προσπάθησε να με κάνει να το μετανιώσω οικτρά. Και το προσπάθησε με πολλούς τρόπους, επίμονα και με λύσσα. 

Με δικηγόρους, με απειλές ότι θα με ξεφωνήσει στην τηλεόραση (πράγμα που έκανε πράξη μιλώντας για μένα αρνητικά στην εκπομπή του Κωστόπουλου -το καλτ highlight της ζωής μου) και σε συνεντεύξεις της στις εφημερίδες (όπου με φωτογράφησε ως δημοσιογράφο-συγγραφέα «του κώλου»), με bullying από θαυμαστές της, με ομοφοβικά τους σχόλια κάτω από συνεντεύξεις μου σε άλλα σάιτ, με δικά της μηνύματα που ξεχείλιζαν από μίσος, με συνεχή παρενόχληση, με εξωφρενικές κατηγορίες, με ασταμάτητες απειλές, με το να εμπλέκει δεκαεπτάχρονες μαθήτριες και να τους τηλεφωνεί στο σπίτι, με το να βάζει εκδοτικούς οίκους να απειλούν τη LIFO πως θα αποσύρουν διαφημίσεις, με καθημερινά τηλεφωνήματα απ’ την δικηγόρο της που προσπαθούσε να με πατρονάρει/νουθετήσει, ξανά και ξανά και ξανά…

Οι καταγγελίες του κυρίου Δημοκίδη είναι εξαιρετικά σοβαρές και αποκαλύπτουν τρομακτικές πτυχές της συμπεριφοράς και της προσωπικότητας της κυρίας Δημουλίδου. Θα μπορούσα να απορρίψω τους ισχυρισμούς του ως κακεντρεχείς, αν η εμπειρία πολλών στο διαδίκτυο και η όλη πολιτεία της κυρίας Δημουλίδου δεν τους επαλήθευαν. Συμφωνώ δε απόλυτα μαζί του ότι δε θα πρέπει να μπερδεύουμε τη θεμιτή σάτιρα και την απαραίτητη κριτική με τα κακόβουλα σχόλια – όμως, η κυρία Δημουλίδου τα μπερδεύει, και πιστεύω ότι το κάνει εσκεμμένα. Σαφέστατα, δε θα ήθελα έναν άνθρωπο που σκέπτεται και ενεργεί όπως η κυρία Δημουλίδου να αποτελέσει πρότυπο για τα παιδιά μου. Εσείς;

Τέλος, οφείλω να υπενθυμίσω στην κυρία Δημουλίδου το περί παράθεσης αποσπασμάτων άρθρο 19 του νόμου 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο αναφέρει:

Άρθρο 19: Παράθεση αποσπασμάτων

Επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η παράθεση σύντομων αποσπασμάτων από έργο άλλου νομίμως δημοσιευμένου για την υποστήριξη της γνώμης εκείνου που παραθέτει ή την κριτική της γνώμης του άλλου, εφόσον η παράθεση των αποσπασμάτων αυτών είναι σύμφωνη προς τα χρηστά ήθη και η έκταση των αποσπασμάτων δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η παράθεση του αποσπάσματος πρέπει να συνοδεύεται από την ένδειξη της πηγής και των ονομάτων του δημιουργού και του εκδότη, εφόσον τα ονόματα αυτά εμφανίζονται στην πηγή.

Βλέπετε, η κυρία Δημουλίδου έχει – και δεν το κρύβει – μια μάλλον ιδιάζουσα αντίληψη περί ελευθερίας του λόγου και περί πνευματικών δικαιωμάτων, συνεπώς ο καθένας μας καλό είναι να προστατεύει τον εαυτό του.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-1M

Αεροπορικοί Μεσσίες

Το κλείσιμο της παλιάς Ολυμπιακής άφησε ένα κενό στην αεροπορική σύνδεση της Αθήνας με την Αυστραλία, τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τότε, η διάδοχος κατάσταση της Ολυμπιακής, η Olympic Air, αποτελεί θυγατρική της Aegean Airlines και πλέον πετά αποκλειστικά προς αεροδρόμια του εσωτερικού.

Λόγω πολύ υψηλού κόστους και ρίσκου, η Aegean Airlines δεν επιχείρησε καν να αγγίξει τους παραπάνω προορισμούς κι έτσι το κενό στην αγορά παρέμενε: οι ομογενείς ήθελαν να συνεχίσουν να ταξιδεύουν από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία στην Ελλάδα, χωρίς όμως να πληρώνουν τα ομολογουμένως πολύ υψηλά ναύλα που απαιτούν οι άλλες μεγάλες εταιρείες. Δεν υπήρχε όμως ελληνική αεροπορική εταιρεία που να είναι διατεθειμένη να εξυπηρετήσει αυτές τις γραμμές και μάλιστα με προσιτά ναύλα.

Απάντηση υποσχέθηκε να δώσει η Hellenic Imperial Airways με CEO τον Ιορδανό Talal Abu Reyal, η οποία ιδρύθηκε το 2006, πρωτοπέταξε το 2011 και σταμάτησε τη λειτουργία της το 2012. Τα περισσότερα διοικητικά στελέχη της προέρχονταν από την Ολυμπιακή, κάτι που εμένα δε μου φάνηκε καθόλου ενθαρρυντικό, και εξηγούμαι: Η Ολυμπιακή των δεκαετιών του ’80 και του ’90, παρά τις προμήθειες ορισμένων προηγμένων Airbus, ήταν μια κακή αεροπορική εταιρεία, με συχνά παράδοξες επιλογές για το ποιος τύπος αεροσκάφους θα κάνει ποιο δρομολόγιο (έχω κάνει το Χανιά-Θεσσαλονίκη σε Airbus A300 που είχε μέσα μόνο είκοσι επιβάτες), πολύ συχνές καθυστερήσεις, γερασμένα, κακοσυντηρημένα και βρώμικα αεροπλάνα, συχνές τεχνικές βλάβες, εξυπηρέτηση κάτω του μετρίου, και πλέον αμφιβάλλω ακόμα και για το αν η “εταιρική της κουλτούρα” σεβόταν την ασφάλεια πτήσεων.

Βλέπετε, βρήκα και διάβασα προσεκτικά το πόρισμα-καταπέλτη της ρουμανικής Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (σελ. 73-77 για τα συμπεράσματα και τις υποδείξεις) για το δυστύχημα του πρωθυπουργικού Dassault Falcon 900B με νηολόγιο SX-ECH στο οποίο έχασε τη ζωή του ο τότε υφυπουργός εξωτερικών Γιάννος Κρανιδιώτης: Οι παραλείψεις της κατασκευάστριας εταιρείας, της Ολυμπιακής, της δικής μας ΥΠΑ, και της Πολεμικής Αεροπορίας, ήταν τρομακτικές. Όσο για τις θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο περί… δολοφονίας του Κρανιδιώτη από τους Αμερικανούς ή τους Εβραίους, αυτές εξυπηρετούν μόνο ένα σκοπό: να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο και να συγκαλύψουν τις ευθύνες των εμπλεκομένων. Μετά την έκδοση του πορίσματος, έπρεπε να είχαν πέσει κεφάλια στην ΥΠΑ, στην Ολυμπιακή και στην Πολεμική Αεροπορία – τόσο απλά!

Η Hellenic Imperial λοιπόν, ξεκίνησε τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα με τέσσερα αεροσκάφη Boeing 747-200B, τα οποία ήταν ήδη απαρχαιωμένα. Σημειώνω ότι οι κυπριακές αρχές, οι οποίες δέχτηκαν πυρά για το ρόλο τους στη δημιουργία των συνθηκών που οδήγησαν στο δυστύχημα της πτήσης 522 της Helios Airways, δεν δέχτηκαν να χορηγήσουν πιστοποιητικά πλοϊμότητας στα αεροσκάφη της Hellenic Imperial. Η εταιρεία ξεκίνησε τις πτήσεις προς τη Νέα Υόρκη στις 24 Ιουνίου του 2011 και οι προγραμματισμένες πτήσεις της διακόπηκαν στα τέλη του ίδιου έτους. Οι δραστηριότητές της έπαψαν, λόγω οικονομικών προβλημάτων, το 2012, με τα αεροπλάνα της να στοιχειώνουν τα αεροδρόμια του Ελληνικού, της Τζακάρτα και του Καράτσι. Τελικά, το 2015, οι επί μακρόν απλήρωτοι εργαζόμενοι της εταιρείας πήραν το πράσινο φως να βγάλουν στο σφυρί τα 747 που είχαν εγκαταλειφθεί στο Ελληνικό. Όλα τα’χε δηλαδή, το βαρύγδουπο όνομα της έλειπε.

Η αποτυχία του εγχειρήματος της Hellenic Imperial όμως δεν πτόησε τον υπεύθυνο δημοσίων σχέσεών της, τον πατέρα Νικόλαο Αλεξανδρή. Επανήλθε λοιπόν δριμύτερος, ως πρόεδρος της SkyGreece Airlines, πλαισιωμένος από μια “ομάδα Ελληνοκαναδών επιχειρηματιών” (μεταξύ αυτών και κάποιος κύριος Ken Stathakis, ιδιοκτήτης του εστιατορίου Octagon στο Τορόντο). Ξανά βαρύγδουπες δηλώσεις και φιέστες για το φιλόδοξο εγχείρημα, που θα ήταν το “ξέσπασμα του Ελληνισμού της Ομογένειας”.

Και όντως, πολλοί άλλοι από την Ομογένεια φέρεται να συνεισέφεραν οικονομικά στο εγχείρημα του πατρός Αλεξανδρή. Φαίνεται ότι για κάποιους λόγους, που εμένα μου διαφεύγουν, πείστηκαν να συνδέσουν το όνομά τους μαζί του και δεν τους απασχόλησε το φιάσκο της Hellenic Imperial.

Για να είμαι ειλικρινής, το εγχείρημα μου φάνηκε από έωλο έως ύποπτο. Εταιρεία που θα εξυπηρετεί υπερατλαντικά δρομολόγια έχοντας μόνο ένα αεροσκάφος στη διάθεσή της και μάλιστα παλιό (Boeing 767-300ER); Κάτι μου έλεγε ότι θα έκλεινε σύντομα, είτε λόγω αδυναμίας παροχής βασικής εξυπηρέτησης των επιβατών της, είτε λόγω πολύνεκρου ατυχήματος σαν αυτό της πτήσης 2120 των Νιγηριανών Αερογραμμών, την οποία εκτελούσε η άθλια καναδική Nationair.

Και όντως, αυτό το καλοκαίρι ήρθε το τέλος της: πολυήμερες καθυστερήσεις με απίθανες δικαιολογίες όπως “ασθένεια πιλότου”, “λείπει ένα απαραίτητο εξάρτημα του αεροσκάφους και το περιμένουμε απ’ το Μόντρεαλ”, “φταίνε τα capital controls που ισχύουν στην Ελλάδα”, κ.α., ενώ τα στελέχη της εταιρείας ήταν κυριολεκτικά άφαντα. Κυριολεκτικά, αερογραμμές-τραγέλαφος.

Τελικά, η Cindy Pom, ανταποκρίτρια της Global News, έμαθε ότι το αεροσκάφος της SkyGreece παρέμενε καθηλωμένο στο αεροδρόμιο Pearson στο Τορόντο του Καναδά επειδή η εταιρεία δεν είχε πληρώσει τα τέλη προσγείωσης.

cindypomtweet

Η Cindy Pom της Global News αποκαλύπτει ότι το αεροσκάφος της SkyGreece είχε καθηλωθεί στο έδαφος επειδή η εταιρεία χρωστούσε τέλη προσγείωσης, εκθέτοντας έτσι τους ιθύνοντες της εταιρείας. Κάντε κλικ στην εικόνα για το αρχικό tweet της.

Εδώ είμαι αναγκασμένος να πω ότι εκπλήσσομαι. Η “Εφημερίδα των Συντακτών” αναφέρει στο ρεπορτάζ της:

Το γεγονός ότι η εταιρεία θα βίωνε έντονο ανταγωνισμό ανάμεσα σε μεγάλες ξένες εταιρείες, οι οποίες επιχειρούν στην Ελλάδα μόνο κατά τους θερινούς μήνες, δεν φαινόταν ικανό να πτοήσει τους επενδυτές της.

Ποιοι ήταν αυτοί; Ελληνοκαναδοί επιχειρηματίες, αλλά και ολόκληρη η ομογένεια στην οποία οι επενδυτές πέρασαν το μήνυμα «στηρίξτε μια ελληνική εταιρεία». Στόλος; Ενα όχι και τόσο σύγχρονο Boeing 767-300 ER, που πήρε το όνομα «Ταξιάρχης». Το γεγονός βέβαια ότι μια εταιρεία φιλοδοξούσε να κάνει τέτοιου είδους δρομολόγια έχοντας ένα μόνο αεροσκάφος στην κατοχή της, προκάλεσε ειρωνικά χαμόγελα στους ειδήμονες της αεροπλοΐας.

Να σημειωθεί ότι είναι η δεύτερη προσπάθεια αεροπορικής επανασύνδεσης της ομογένειας με τη μητέρα Ελλάδα στην οποία εμπλέκεται ο πατήρ.

Πώς είναι δυνατόν να επενδύσει κανείς σε ένα τόσο δαπανηρό εγχείρημα, σε μια αγορά με τόσο έντονο ανταγωνισμό και τόσο αυστηρούς κανονισμούς ασφαλείας και εξυπηρέτησης επιβατών, χωρίς να υπάρχει κανένα πραγματικό επιχειρηματικό σχέδιο, μόνο βασιζόμενος στη νοσταλγική του φιλοπατρία, στο βολονταρισμό του και στο μήνυμα “στηρίξτε μια ελληνική εταιρεία”, χωρίς να αναζητήσει τη συμβουλή κάποιου ειδήμονα; Πού είναι το θρυλικό επιχειρηματικό πνεύμα των ομογενών που… διαπρέπουν στην αλλοδαπή;

Βεβαίως, οι περιπέτειες της SkyGreece δεν τελειώνουν. Πέρασε στην κατοχή του κυρίου Stathakis, έχει υποβάλει αίτηση για ένταξη στο καναδικό αντίστοιχο του άρθρου 99 του δικού μας Πτωχευτικού Κώδικα, ενώ έχει ήδη μπει στο στόχαστρο των καναδικών αρχών, οι οποίες απαιτούν να ενεργήσει τάχιστα για να αποζημιώσει τους επιβάτες που ταλαιπώρησε, στήνοντας γραμμή εξυπηρέτησης, ενημερώνοντας την ιστοσελίδα της ώστε να παράσχει πληροφορίες για την αποζημίωση των επιβατών και διευθέτηση των διαφορών τους με την εταιρεία, κλπ. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η ιστοσελίδα εμφανίζει μόνο ένα error code 500 και πολύ αμφιβάλλω αν η διοίκηση της εταιρείας είναι διατεθειμένη να συμμορφωθεί, ή αν έχει καν την οικονομική δυνατότητα να συμμορφωθεί. Προσωπικά, εύχομαι η εταιρεία αυτή να αποζημιώσει τους επιβάτες της και να κλείσει οριστικά και αμετάκλητα. Το όνομά της είναι πια τοξικό, οι δε πρώην και νυν ιθύνοντές της θα πρέπει τουλάχιστον να εξαφανιστούν για πάντα από την αεροπορική αγορά. Είναι ανεύθυνοι, ασυνείδητοι και μπορεί να αποδειχτούν επικίνδυνοι αν ποτέ τους επιτραπεί να ξανασχοληθούν με το νευραλγικό χώρο των αερομεταφορών.

Η ιστοσελίδα της SkyGreece, στις 4/9/2015. Ήδη από τις 2/9, οι καναδικές αρχές είχαν δώσει στην εταιρεία διορία 5 ημερών για να: (1) ανανεώσει την ιστοσελίδα της ώστε να παρέχει πληροφορίες για το πώς θα διευθετηθούν οι διαφορές των επιβατών μαζί της, (2) στήσει γραμμή εξυπηρέτησης πελατών χωρίς χρέωση (τα 1-800 των ΗΠΑ και του Καναδά, ή 800άρια σ'εμάς). Βλέπετε εσείς τίποτα τέτοιο;

Η ιστοσελίδα της SkyGreece στις 4/9/2015. Ήδη από τις 2/9, οι καναδικές αρχές είχαν δώσει στην εταιρεία διορία 5 ημερών για να: (1) ανανεώσει την ιστοσελίδα της ώστε να παρέχει πληροφορίες για το πώς θα διευθετηθούν οι διαφορές των επιβατών μαζί της, (2) στήσει γραμμή εξυπηρέτησης πελατών χωρίς χρέωση (τα 1-800 των ΗΠΑ και του Καναδά, ή 800άρια σ’εμάς). Βλέπετε εσείς τίποτα τέτοιο;

Κλείνοντας αυτό μου το άρθρο, έχω να πω ορισμένα πράγματα που σίγουρα δε θα αρέσουν σε πολλούς, αλλά είναι η πικρή αλήθεια.

Ξεκινώ από τη ρήση του Άγγλου λόγιου Samuel Johnson:

Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός καθάρματος.

Μάθετέ την καλά. Αποστηθίστε την. Κατανοήστε την. Καρφώστε τη για πάντα στο μυαλό σας. Όταν το βασικό επιχείρημα κάποιου είναι ο πατριωτισμός (σας), φύγετε μακριά. Τρέχοντας. Όσο πιο γρήγορα μπορείτε κι όσο πιο μακριά μπορείτε, γιατί ο μοναδικός του σκοπός είναι να σας εξαπατήσει.

Επίσης, όταν εμπιστεύεστε τη ζωή σας σε κάποιον που υπόσχεται ότι θα σας μεταφέρει από αέρος με ναύλα πολύ χαμηλότερα του μέσου όρου, πάτε γυρεύοντας. Caveat emptor!

Ομοίως, είμαι αναγκασμένος να σας πω caveat emptor και για αεροπορικές εταιρείες που υπόσχονται τακτικές, προγραμματισμένες υπερατλαντικές πτήσεις κι έχουν ελάχιστα αεροσκάφη στο στόλο τους.

Είμαι αναγκασμένος επίσης να στηλιτεύσω τη στάση του δημοσιογραφικού κόσμου τόσο της Ελλάδας όσο και της Ομογένειας που, αντί να ερευνήσει τι πραγματικά βρίσκεται πίσω από τις Hellenic Imperial και SkyGreece, ποιοι είναι οι επιχειρηματίες που τις στηρίζουν, με τι κεφάλαια, με τι επιχειρηματικό πλάνο, τι μπορεί να ξέρει ένας ιερωμένος από αερομεταφορές, αν υπάρχουν τα εχέγγυα για να λειτουργήσουν αξιόπιστα και με ασφάλεια, τις παρουσίασαν ως αεροπορικούς Μεσσίες, που θα αναβίωναν το “μεγαλείο” της πάλαι ποτέ ωνασικής Ολυμπιακής και θα κοιτούσαν στα μάτια κρατικοδίαιτα (ναι, η ανάπτυξή τους οφείλεται και σε παράνομες κρατικές επιδοτήσεις, άσχετο αν οι αρμόδιοι κάνουν τα στραβά μάτια γιατί φέρνουν ένα σωρό παραγγελίες στις Airbus και Boeing) μεγαθήρια τύπου Qatar, Etihad, Emirates κ.α.

Είμαστε πραγματικά τυχεροί που αυτοί οι αεροπορικοί Μεσσίες έσβησαν τόσο άδοξα. Καλύτερα έτσι, πραγματικά. Από το να συμβεί κάποιο πολύνεκρο ατύχημα λόγω ελλιπούς συντήρησης, καλύτερα αυτό το ταπεινωτικό και σχετικά αθόρυβο τέλος. Το κακό όμως είναι ότι η ζημιά έγινε ήδη. Ο ελληνικός Τύπος (ειδικά ο επιχειρηματικός) αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά λίγος. Ο επιχειρηματικός κόσμος της Ελλάδας και της Ομογένειας δυσφημίστηκε για μια ακόμα φορά ως ανοργάνωτος, αρπακολλατζίδικος, και ο,τι μπορείτε να φανταστείτε. Και η ίδια η Ελλάδα δυσφημίστηκε, καθώς κάθε αερομεταφορέας, κάθε ακτοπλοϊκή εταιρεία ελληνικών συμφερόντων αποτελεί εκπρόσωπο της χώρας. Όταν η πρώτη (στη μετάβαση προς τη χώρα μας) και η τελευταία (στην επιστροφή) εικόνα που μένει στον ταξιδιώτη είναι τόσο άθλια, δυσφημείται η χώρα, ο τουρισμός της, ο λαός της, τα πάντα. Κι η ρετσινιά θέλει πολλή προσπάθεια για να φύγει.

Θα μας γίνει άραγε μάθημα το φιάσκο αυτών των δυο απαράδεκτων εταιρειών όμως, ή θα ξαναβρεθούν “πατριώτες” που θα μας εκθέσουν, αυτή τη φορά ίσως πολύ χειρότερα;

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-1h