Μέρος της «επιστροφής» μου στην όχι και τόσο διεξοδικά συζητημένη στη Δύση σειρά anime Super Dimension Fortress Macross (SDFM ή Macross χάριν συντομίας) αποτελεί η ενδελεχής εξέταση του συνοδευτικού υλικού της – προσαρμογές σε manga, μυθιστοριογραφήσεις (novelizations), δευτερεύουσες ιστορίες (side stories), «ελαφρά μυθιστορήματα» (light novels), ηχητικά δράματα (audio dramas), κ.ο.κ. Ακολουθώντας την πάγια πρακτική μου, θα εξετάζω αυτό το υλικό κριτικά, χωρίς την ωραιοποίηση που προκαλείται συχνά από τη νοσταλγία ή την τυφλή αφοσίωση που συχνά χαρακτηρίζει τους otaku. Επιπλέον, δεν θεωρώ «αλάθητους» τους δημιουργούς των αγαπημένων μας παραγωγών. Έτσι, αυτή την προσέγγιση θα την εφαρμόζω και σε ό,τι βλέπουμε στη μικρή ή στη μεγάλη οθόνη – είτε πρόκειται για την αρχική σειρά, είτε για την κινηματογραφική μεταφορά (Macross: Do You Remember Love? ή DYRL?), είτε για το OVA Flash Back 2012 (FB2012).
Σ’ αυτό το πρώτο βήμα του «προσκυνήματός» μου για το Macross, εξετάζω το μυθιστόρημα Misa Hayase: White Reminiscences [Hayase Misa: Shiroi Tsuioku 早瀬未沙 白い追憶], που ο Gubaba με πολύ κόπο και με μεγάλη γενναιοδωρία προς την κοινότητα μετέφρασε στα Αγγλικά για το δυτικό κοινό, δίνοντάς του έτσι επιτέλους ουσιώδη πρόσβαση σ’ αυτό το υλικό. Μπορείτε να διαβάσετε το μεταφρασμένο μυθιστόρημα εδώ (επίσης βρίσκεται αρχειοθετημένο εδώ). Το μυθιστόρημα είναι έκτος έκδοσης εδώ και πολλά χρόνια και, ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να το βρει μόνο στη δευτερογενή αγορά. Φυσικά, δεν υπάρχει επίσημη μετάφρασή του στα Αγγλικά, στα Γαλλικά ή σε οποιαδήποτε δυτική γλώσσα.
Αυτού του είδους το συνοδευτικό υλικό θα το βαθμολογώ σε δυο κριτήρια: το πρώτο είναι η καλλιτεχνική (λογοτεχνική, μουσική, κ.λπ.) αξία του. Το δεύτερο είναι η τεκμηριωτική του αξία, δηλαδή πόσο καλά «δένει» με το υπάρχον υλικό και πόσο καλά λειτουργεί ως πηγή πληροφοριών για το γενικότερο πλαίσιο και το υπόβαθρο της πλοκής και των χαρακτήρων.
Το μυθιστόρημα, γραμμένο από τον Χιρόσι Όνογκι (Hiroshi Ōnogi), με συντονισμό από το δημιουργό του Macross Σότζι Καβαμόρι (Shōji Kawamori), φέρεται να αφηγείται την ιστορία της εφηβείας της Μίσα Χαγιάσε (Misa Hayase). Με δεδομένο ότι το White Reminiscences εκδόθηκε μετά από την ολοκλήρωση της σειράς, είναι σαφές ότι ο σκοπός του είναι να πληροφορήσει τους φίλους της σειράς για το υπόβαθρο της ηρωίδας, δένοντας με την ήδη υπάρχουσα ιστορία, χωρίς να εισάγει ζητήματα συνέχειας. Η αφήγηση ξεκινά in medias res με έναν «πρόλογο» που αφηγείται δυο περιστατικά, τα οποία τοποθετούνται μεταξύ των επεισοδίων 24 και 27 της σειράς. Κατόπιν, μπαίνει στο βασικό του «ρόλο» ως prequel, αφηγούμενο ένα πάρτι που οργάνωσε ο πατέρας της Μίσα, ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός του Ναυτικού των Ηνωμένων Εθνών ονόματι Τακάσι Χαγιάσε (Takashi Hayase), όταν αυτή είναι δώδεκα ετών και τελειώνει περίπου πέντε χρόνια αργότερα.
Στην πραγματικότητα όμως, το White Reminiscences δεν αφηγείται ολόκληρη την ιστορία της εφηβείας της Μίσα. Αντίθετα, ο Όνογκι παρουσιάζει μια επιλογή γεγονότων που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια αυτής της πενταετίας κι έχουν κεφαλαιώδη ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της. Αυτή η πενταετία συμπίπτει με την κλιμάκωση των Πολέμων της Ενοποίησης (Unification Wars), μια σειρά ενόπλων συγκρούσεων που ξεσπούν σ’ ολόκληρη τη γη μετά τη συντριβή ενός εξωγήινου διαστημόπλοιου που θα γίνει γνωστό ως το SDF-1 Macross – το διαστημόπλοιο από το οποίο παίρνει το όνομά του ολόκληρο το franchise – και πριν τα γεγονότα της τηλεοπτικής σειράς.
Η Μίσα γνωρίζεται με ένα νεαρό δόκιμο, τον Ράιμπερ Φρούλινγκ (Riber Fruhling) και ξεκινά μια πλατωνική σχέση μαζί του. Αυτός ο πλατωνικός έρωτας, σε συνδυασμό με το αυστηρό στρατιωτικό οικογενειακό της περιβάλλον, αποτελεί τη θρυαλλίδα μιας ακολουθίας γεγονότων που επηρεάζουν δραματικά τη ζωή και την προσωπικότητά της: ξεκινά τη στρατιωτική της εκπαίδευση σε ανησυχητικά πρόωρη ηλικία κι αναγκάζεται να διαχειριστεί δυο επώδυνες απώλειες χωρίς ουσιαστική συναισθηματική υποστήριξη από την οικογένεια ή τους άλλους δόκιμους στη στρατιωτική Ακαδημία. Έχοντας πλέον βαθιές πληγές από το πένθος, τη μοναξιά και τον εκφοβισμό εντός της Ακαδημίας, αγωνίζεται να ανακτήσει την αυτονομία της και την αίσθηση επίτευξης και αυταξίας της, βασιζόμενη στις δικές της δυνάμεις και με τους δικούς της όρους.
Κάτω από κανονικές συνθήκες, με μια τέτοια πλοκή θα περίμενε κανείς ότι το μυθιστόρημα θα συνάρπαζε και θα καθήλωνε τον αναγνώστη. Δυστυχώς, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Όνογκι σπαταλά αυτή τη «μαγιά», αφήνοντας ανεξερεύνητες, ασχολίαστες κι ανεξήγητες σημαντικές πτυχές της ανατροφής της Μίσα, τις οποίες απλώς υπαινίσσεται και που γεννούν εύλογα ερωτήματα σ’ έναν προσεκτικό αναγνώστη. Αυτό γίνεται ακόμα πιο αισθητό στο τέλος του βιβλίου, που είναι γραμμένο πολύ βιαστικά και «μαζεύει» άτσαλα πολλά καινούργια και σημαντικά στοιχεία της πλοκής χωρίς να τα αναπτύσσει καθόλου, με αποτέλεσμα οι σκέψεις, οι πράξεις κι η συναισθηματική κατάσταση της Μίσα να στερούνται ρεαλισμού. Αυτό το απότομο, τηλεγραφικό τέλος έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον ανούσια πομπώδη, περιφραστικό κι επιτηδευμένο λόγο που βλέπουμε στο υπόλοιπο βιβλίο. Επιπλέον, η ίδια η συμμόρφωση του μυθιστορήματος με τη χρονολογική αλληλουχία γεγονότων της σειράς πάσχει, λόγω αδικαιολόγητων – άλλωστε, ο Όνογκι είχε ενεργό ρόλο στο σενάριο της σειράς – σφαλμάτων κι ασαφειών.
Ακόμα χειρότερα, ο Όνογκι υπαγορεύει, σε βαθμό συναισθηματικής μικροδιαχείρισης, στον αναγνώστη τι πρέπει να σκεφτεί και να νιώσει σε κάθε σκηνή. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις πιο προβληματικές σκηνές, όπου επιχειρεί να χειραγωγήσει τον αναγνώστη, κανονικοποιώντας πράξεις και συμπεριφορές που θα προκαλούσαν την οργή και την απέχθεια κάθε αξιοπρεπούς ανθρώπου. Η χειριστική γραφή του Όνογκι θυμίζει σε ενοχλητικό βαθμό αυτήν του Ευγένιου Σύη (Eugène Sue) στα Μυστήρια των Παρισίων (Les Mystères de Paris). Ωστόσο, ο Όνογκι υστερεί ακόμα κι έναντι του Σύη, καθώς ο δεύτερος γνωρίζει πολύ καλά την κοινωνία και την πόλη που περιγράφει. Αντίθετα, ένας αναγνώστης εξοικειωμένος με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας ενός στρατού πολύ εύκολα καταλαβαίνει ότι ο Όνογκι, τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση της καριέρας του, δεν έχει ιδέα πάνω στο αντικείμενο και δεν έχει κάνει καμία προσπάθεια ν’ αποκτήσει έστω κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις. Έτσι, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει συμπεριφορές και γεγονότα της πλοκής, επινοεί αφηγήσεις κι εξηγήσεις εντελώς παράλογες. Σε συνδυασμό με τη χειριστική γραφή που ανέφερα προηγουμένως, ο Όνογκι καταλήγει να υπονομεύει την ποθούμενη αναστολή της δυσπιστίας (suspension of disbelief) του αναγνώστη.
Έτσι, βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να πω ότι, ως λογοτεχνικό έργο, το White Reminiscences έχει τόσα πολλά υφολογικά κι αφηγηματικά ελαττώματα που καταλήγει να έχει ελάχιστη αξία ως έργο τέχνης, ενώ δεν είναι καν ευχάριστο ως ανάγνωσμα. Παρά τις αδυναμίες του όμως, αποτελεί καίρια πηγή που βοηθά τον θαυμαστή της σειράς ή τον μελετητή να κατανοήσει τον ψυχισμό της Μίσα Χαγιάσε και το γιατί είναι αυτή που είναι. Όσο για τις «οδηγίες» του Όνογκι για τη «δέουσα» ερμηνεία κάθε σκηνής, συνιστώ στον αναγνώστη να τις αγνοήσει και να σκεφτεί και να κρίνει τους χαρακτήρες, τις πράξεις και τα λόγια τους μόνος του. Θα κλείσω με μια αναφορά στη μετάφραση του Gubaba, πάνω στην οποία στηρίχτηκα γι’ αυτή μου την κριτική. Ομολογώ ότι η δουλειά του είναι εντυπωσιακή. Παρόλο που υπάρχουν κάποια μικρά ζητήματα, η δουλειά που έκανε για να παράσχει μια ακριβή κι αξιόπιστη μεταφορά του αρχικού έργου και του ύφους του Όνογκι δεν αναιρείται. Έκανε μια πραγματικά αξιέπαινη δουλειά, αντάξια πολλών καλών επίσημων μεταφράσεων που έχω δει ως τώρα.
Καλλιτεχνική Αξία: ★☆☆☆☆
Τεκμηριωτική Αξία: ★★★★☆

Pingback: Revisiting Macross | Α Long, Hard Look